Thursday, February 26, 2009

Active Member - Μάσκα


Ξυπνάω με φωνές γιατί άρχισες χωρίς εμένα καρναβάλι
τι στολή να βάλω τι να φορέσαν άραγε όλοι οι άλλοι
λες να 'χουν χρώματα πολλά και φινετσάτα και τεράστια καπέλα
θέλω να ‘μαι μοναδικός και αντί για μάσκα να φορέσω εσένα τρέλα.
Γιορτή γιατί Γιατί γιορτή να γίνουν άτρωτοι οι τρωτοί
Τρελές χαρές, βουβές φωνές βγάλε τη μάσκα σου και δες.

Μοιάζεις κακός πωπω μια μάσκα που τη βρήκες πες και εμένα
όσα φοράω κλεμμένα είναι και σκισμένα
πες μια κουβέντα να σ' ακούσω τρόμαξέ με
μέσα στα μάτια να με σκιάξεις κοίταξέ με.
Μα δε μπορείς κακό να γίνεις αλήθεια δε μπορείς
Για κοίτα εκείνον με τ' αγγέλου τα φτερά που όλο γελάει
κρύβει τα μάτια του και μοιάζει μια χαρά ενώ πονάει
και αν του φωνάξεις να γυρίσει να κοιτάξει
δε θα γουστάρει το παράδεισο, θ' αλλάξει.
Ένα καπέλο θα φορέσει γεμάτο με φτερά
και θ' αρχίσει να χορεύει με τους άλλους στην πυρά
κι αυτός που καίνε πόσο μου μοιάζει
και μονάχα που το σκέφτομαι αλήθεια με τρομάζει.
Βρες μου μια μάσκα να φορέσω ότι να 'ναι να σωθώ
και μια στολή να μοιάζω σαύρα να συρθώ
ή καμιά φούστα καμιά τσάντα καμιά κάλτσα
να μοιάζω πόρνη που ξεχύθηκε στην πιάτσα.
Κάνε ότι να 'ναι να ξεφύγω απ' τη φωτιά άσε με λάσκα
έκανα λάθος που δε φόρεσα μια μάσκα.
Στο καρναβάλι ρε που πας
χωρίς μάσκα και στολή ρε να φοράς.
Κι αφού το διάλεξες, να πας
θα 'σαι μόνος μες στους μόνους θα πονάς.
Γι' αυτό λοιπόν φοράω την πρώτη μάσκα εκείνη που θα βρω
το πήρα απόφαση πως πρέπει να χωθώ μες στον χορό
κι αν τους φοβίσω και εγώ με τη σειρά μου
τότε θα 'ναι ταιριαστή επάνω μου η φορεσιά μου.
Κι αν τους κάνω να γελάσουν και ξεσκάσουν
μπορεί τη φάτσα μου για πάντα να ξεχάσουν
και να θυμούνται αυτή τη μάσκα τη γελοία που φοράω
και θα μπορέσω με τους άλλους άνετα να περπατάω.
Δε θα φοβάμαι και δε θα ντρέπομαι για μένα
θα 'ναι τριγύρω μου τα πάντα ευτυχισμένα
δε θα ζηλεύω αυτά που φόραγαν οι άλλοι
θα συνηθίσω εδώ κοντά σου καρναβάλι.
Τέλος καλό όλα καλά
η μάσκα ταίριαξε καλά.

Sunday, February 22, 2009

Κυριακή Πρωΐ

" Σάββατο νύχτα στο ρολόι στην πλατεία
παραμένεις μια ζωή στην αλητεία
μ' ένα σκύλο που γαβγίζει όποιον περάσει
αυτό είναι το τίποτα, κι εκεί του λεωφορείου η στάση"

Σάββατο νύχτα είναι η ώρα που όλη η ελπίδα έχει τελειώσει, ξημερώνει η καταραμένη μέρα και το βράδυ έχει σφυρίξει για τη λήξη, είναι η ώρα που πάντα μένεις μόνος. Κι αναρωτιέσαι, τι γαμημένος ήλιος πάει να σηκωθεί. Από τότε που η Κυριακή σήμαινε διάβασμα για το σχολείο-φυσικά τελευταία στιγμή. Από τότε, πιο παλιά ακόμα, που εκείνος ο μαλάκας έκατσε να ξεκουραστεί κι άφησε τον κόσμο σε τέτοιο χάλι-ο τεμπελχανάς. Εφήυραμε το ποδόσφαιρο για να γλυκάνουμε την κατάρα και λίγα καταφέραμε. Πως ξορκίζεται μια Κυριακή;

" Σαν μια ιστορία όπου κι οι δυο είμαστε χαμένοι
χαμένοι στο διάστημα, μα ποτέ χωρισμένοι
τυλιγμένοι κι οι δυο στο δικό μου παλτό
μέχρι το σπίτι σου, κι εκεί σ' ένα στρώμα διπλό "


Το ξημέρωμα της Κυριακής έζεχνε πάντα μοναξιά, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να αναπνέει. Άλλοτε ήταν φυσική-πεζοδρόμια στραβώνανε κάτω από τα παπούτσια μου, δρόμοι κάτω από τις ρόδες μου και με περίμενε ένα σπίτι που πάντα περιφρονούσα, πάντα ήθελα να με βγάλει η ρότα κάπου αλλού. Τελικά πήγαινα σπίτι μου, κρύβοντας την όμως στο μπουφάν μου για να μην κρυώνει. Και για να μην τη χαλάσει ο βρώμικος αέρας. Κι άλλοτε, χειρότερα, με κόσμο πολύ και νταβαντούρι, σκότωνα για ένα ποτήρι καθαρό αέρα, μια κατραπακιά από τη θάλασσα ενώ πνιγόμουν σε μια έρημο. Κι όλοι γύρω, ένας προς έναν, γελούσαν σαν αντικατοπτρισμοί.

Μια Κυριακή μονάχη της τα άλλαξε όλα. Σαν προφητεία μου έμοιασε και κράτησε πέντε μέρες, κι ήταν σε χώρα μακρινή, με παιδικά παιχνίδια και γέλια δίχως τέλος. Μου 'πε "μη με μισείς" κι όμως τη μίσησα θανάσιμα όταν ξημέρωσε Τετάρτη. Μα σαν κοίταξα το όνειρο, είχε γίνει γραμμές πάνω στο χέρι μου, κι ερωτεύτηκα εκείνη την Κυριακή που θα ξανάρθει, θα 'ναι σαν φιλί στο δροσερό αέρα, θα γίνει θάλασσα να αφήσει την ψυχή της ελεύθερη, θα έχει το χαμόγελο της θάλασσας.

"
Έι, σε σένα μιλάω
έλα να φύγουμε μαζί γιατί είναι Κυριακή πρωί
Κυριακή πρωί, Κυριακή πρωί... "


Monday, February 16, 2009

Life Gambler III (suicide king of hearts)


Σε νοιώθω, σχεδόν σε μυρίζω, κάτι από μοκέτα πνιγμένη στη μούχλα, έγινες δεύτερο δέρμα και δε το πήρα πρέφα, όχι δεν παίζεις πρέφα δεν αρκείσαι στα μικρά πας για τα μεγάλα, έτσι σου μάθανε στο σχολείο, στο στρατό, στη τηλεόραση. Πρέπει να μπεις στο τραπέζι νικητής να ξέρεις από πριν ότι θα το κερδίσεις, να τους κόψεις την καρωτίδα και να τους την σερβίρεις δε σε παίρνει αλλιώς ο θάνατος τους η ζωή σου, η ζωή σου? Η ζωή μου? Δεν έχει σημασία πια, ξεκινάς και χτίζεις πυραμίδες με τραπουλόχαρτα μόνο που ξεκινάς από την κορυφή και πας προς την βάση, απ’το τίποτα στα πολλά αν με πιάνεις, σε πιάνω αλλά δε σ’ αφήνω, η βάση πρέπει να γίνει δική μου, εννοούσα δική μας. Είμαι χαμένος από χέρι και τι χέρι ούτε ίδιο χρώμα δεν είναι τα φύλλα που μου μοίρασες. Είσαι θλιμμένη ντάμα καρό, θλιμμένο διαμάντι στην Αφρική. Είμαι κάπου βασιλιάς οπουδήποτε εκτός από το μυαλό μου, αυτοκτονικός βασιλιάς κούπα, που μπήγει το σπαθί του στο κεφάλι κατά κάποιο τρόπο. Κάθε φορά που κόβεις κόβεις και κάτι από μένα δε το καταλαβαίνεις? Ναι ρε πως αλλιώς, αλλά να ξέρεις δε βγαίνω χωρίς λόγω, ούτε εγώ βγαίνω γενικός. Αυτή η άκρη όμως ρε φίλε, φίλε? τέλοσπαντων άσε με να σου πω είναι πολύ μικρή η άτιμη γιατί ακόμα να τη βρούμε. Δεν υπάρχει άκρη τα μαθες? τα μαθα να λες ρε, στο ξανάπα παλιότερα ρε δεν θυμάσαι το σμαραγδένιο φίδι, δεν υπάρχει αρχή και τέλος μόνο μέση, μια ατελείωτη αχανής ερημική μέση. Ξέρω τι σκέφτεσαι ξέρω τι θα κάνεις πριν από σένα, το ξέρω καλά αυτό και δεν μπορώ να σε μπλοφάρω, αλλά δεν υπολόγισες κάτι, μπορώ να παίξω με τα φύλλα μου κρυμμένα χωρίς να τα δω ούτε και εγώ να σε δω τότε τι θα κάνεις. Αν έχεις τα άντερα... σ αφήνω μιλάς και τελευταίος άμα γουστάρεις.

Saturday, February 14, 2009

A Day In The Life

Δεν ξέρω αν σου έχει συμβεί ποτέ αλλά κάτι ώρες, μου ‘ρχεται να αρχίσω να μιλάω (ή και να γράφω) για το τίποτα. Κάτι ώρες μου φαίνεται πως ό,τι και να πω για τα βαθυστόχαστα και τα μεγάλα, είναι μια μαλακία καθισμένη-ούτε καν όρθια, οπότε ψάχνω καταφύγιο στα πραγματικά πολύ απλά. Όταν μιλάς για αυτά που ίσως κανένας δεν κάθεται να γράψει, βρίσκεις κάποια ουσία-μια ανάστροφη καινοτομία ας πούμε. Έτσι μου ήρθε η ιδέα, sex με τις λέξεις χωρίς ιντελλεκτουάλ συμπέρασμα στο τέλος. Και τα ρέστα δικά σας, όπως είθισται εξ αρχαιοτάτων.

Ανοίγω τα μάτια μου-ταβάνι. Λογικό, δε θυμάμαι να κοιμήθηκα σε χαρτόκουτο κάτω από τη γέφυρα. Έλα, με έχεις συνηθίσει, όταν ξυπνάω είμαι νταμάρι και χρειάζομαι πολλαπλά φουρνέλα. Τώρα είναι και νωρίς και δε γαμιούνται όλα τέλος πάντων; Με λίγα σιχτίρια ακόμα είμαι όρθιος, μπόλικη πρόοδος αν και δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει. Το δωμάτιο είναι παγωμένο, ή εγώ φουρνίστηκα, ή και τα δύο. Μέχρι να ντυθώ, θα έχω ζεσταθεί και θα γδύνομαι-η γνωστή ιστορία του χαλασμένου θερμοστάτη από μικρός, που τα παιδάκια φορούσαν τρία πουλόβερ και μπουφάν κι εγώ μόλις ένιωθα δεύτερο ύφασμα επάνω μου έμπηγα τα κλάμματα. Όπως πας στο μπάνιο θυμήσου να θυμηθείς γιατί ξύπνησες τόσο νωρίς-πάντα κάποιος λόγος υπάρχει γι’αυτό.

Μπάνιο. Η ερωτική μου σχέση με το νερό είναι από αυτές που βλέπεις στις ταινίες, «δε θα σε αφήσω ποτέ», «ούτε κι εγώ, μαζί για πάντα», ένας υγρός ίλιγγος αρχικά, πριν την εναρμόνιση του ανθρώπου-ψάρι με το φυσικό περιβάλλον. Καίω τα πόδια μου στην αρχή, γαμωσταυρίζω και το ντους λειτουργεί με voice command-όλα εντάξει. It all comes slowly into reason. Υπάρχει εκείνο το μυστήριο κρύο κτίριο στο τέλος του δρόμου, μια πόρτα μπαίνεις και μια βγαίνεις. Μπήκες λυκειόπαις-βγήκες κομπιουτεράκιας, ο καθένας όσο του πάρει άλλα η διαδρομή είναι κάπως γνωστή σε όλους. Πρέπει λοιπόν να δικαιολογήσω την –μουσκεμένη- μου ύπαρξη και να πάω να φάω κοκκινόχωμα στο φοιτητώριο, ανάμεσα από μερικούς καφέδες άνευ σημασίας, αφού ως γνωστόν μόνο ο πρώτος της ημέρας αξίζει.

Δεν καπνίζω και δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους που δεν μπορούν να πιουν καφέ χωρίς τσιγάρο, χαλάει η γεύση του. Βέβαια, κι εκείνοι δεν καταλαβαίνουν πώς κάνω εγώ το ανάποδο. Γάμησε το, άραξε να τον κατεβάσουμε και θα τα βρούμε κάπου αλλού ρε κατάστημα. Στάσου να βγάλω και κανένα βούτημα-όχι Sepultura πρωϊνιάτικο, όχι Opeth θα πέσω να βγάλω αφρούς, α, εδώ είμαστε. I was born underwater, I dried out in the sun. I started humpin’ volcanoes baby, when I was too young. I started surfin’ the madhouse, and I decided to stay. I got an itch in my cosmic pocket, and it won’t go away. Με τούτα και με εκείνα έχω ήδη χαζέψει και πρωτοσέλιδα αθλητικών εφημερίδων. Είναι μεγάλο πράγμα το διαδίκτυο αδερφέ, γλιτώνεις το πρωϊνό στήσιμο στο περίπτερο μαζί με τους γέρους που θέλουν να σε πείσουν ότι ο Καμάρας θα είχε βάλει χτες στη Βρέμη 6 τόπια. Διαβάζω πως ο Ολυμπιακός λέει θα πάρει μεγάλο σεντραφόρ το καλοκαίρι, η ΑΕΚ πρωτάθλημα και ο Πόντιος Πιλάτος είναι ΠΑΣΟΚ, νέτα σκέτα, Arteta, Zabaleta. Ε ρε τι τραβάω ο φιλάθλος-πάω να ντυθώ για δεν υπάρχει σωτηρία.

Βγαίνοντας έξω, συνέρχομαι απότομα χωρίς να έχω πάθει κάτι. Καλώς ήρθες στην κόλαση αρχηγέ-και μεταξύ μας, μαλακίες σας λένε. Στην κόλαση έχει κρύο, ψόφο, από τη ζέστη τίποτα δεν παθαίνεις. Εγώ βέβαια, ο εξ Ηλιούπολης εσκιμώος, έχω βγει Νοέμβρη μήνα με το τισέρτι μου, under control η φτιάξη. Πάρε μπρος μωρό μου, μπράβο μωρό μου. Μέχρι να ξαναπάθεις κάτι και να γίνουμε Σαράγεβο, μέσα στα μέλια θα σε έχω. Η μέρα είναι άσχημη-κι η μέρα κρίνεται πάντα από την κίνηση. Μα τι λέτε αγαπητέ μου, κίνηση στο Κατσιπόδι; Όπως σας τα λέω κύριε πτέραρχε, βενζινοκίνητα γαϊδούρια με αλάρμ στη μέση του δρόμου, μουλάρι με καρότσα-νικελοσωλήνα και γέροι με ποδήλατα μοντέλο αδελφή Ράιτ, ένας θεός ξέρει πως γλίτωσα. Παρκάρω, αυτό μας απέμεινε για ευκολία.

Άδεια χαιρετούρα ένα, άδεια χαιρετούρα δύο, φτου και βγαίνω-α νάτοι οι τσεγιέν, έχουν έρθει. Βιάζομαι να πάρω θέση γύρω από το τοτέμ γιατί αρχίζει η τελετή της πανανθρώπινης και κατακλυσμιαίας άγνοιας. Γιατί εν αρχή ήτο ο καθηγητής Βασιλάκης κύριοι, ο οποίος είπε «εγένετο Θεός» και μετά γίνανε τα γνωστά υπόλοιπα-κατά τας γραφάς πάντα, πρώτα πάει ο προγραμματισμός συστήματος και μετά η Γένεσις, γιατί αλλιώς, που θα τρέξει το matrix; Ο μόνος τρόπος να κρατηθείς σε τροχιά γύρω από το ίδρυμα είναι ή να παίξεις καμιά σφαλιάρα ή να το ρίξεις στην κολτούρα, κάνω λίγο κι από τα δύο, πέντε έξι στιχάκια στο έδρανο και διάλειμμα σπινιάροντας με τις πάντες. Πως αλλιώς;