Tuesday, December 15, 2009

Remedy Lane

And so I find myself here once again, first step down Remedy Lane.
Budapest you tore my world apart, well, here I am.
Worn with rope ends on my mind, torn with blood scarred in my eyes
But now I'm back to shake that from my life.

Ending Theme, Ending Theme
Ripping at the seams, for an opening.

Back again at Deak Ter - I know I could have left her there
It was the feeling of leaving myself that I could not bear
The same old hotel room in Pest one night before the Sziget fest
Hungarian Princess will you share my rest?
To rest in my...

Ending Theme, Ending Theme
Ripping at the seams, for an opening

"to be honest I don't know what I'm looking for - who to be
sitting here as once before, weeks ago - just waiting for a knock on that door
and I have left all I thought was me to find out, to make sure if it was you or me
that made me feel so free and real, but when we kiss I don't know, I just don't know
'cause it leaves a taste of emptiness, and I think What if I'm simply depressed?
blind, just finding rest from my mind here in Budapest?
confusing zest with the joy of being blessed with the bliss of self-escape as we kiss?
and mixing my being unstressed with your being undressed and the taste of being true
with the fresh taste of me and you as we touch? I don't know
but I saw so much of me in you, the me I've missed, the young and free in you
but still, that doesn't mean a thing, may not mean anything about my needing you
but I guess we had to meet, to be near; to make sure, and still my dear
beyond this bed and that door, to be honest, I fear I just don't know..."

To be honest I don't know what I'm looking for...
Lying here, watching you leave through that door.



And sex was always there from when I was only eight years, tempting me, leaving me thirsty
Sweat, skin, a pulse divine to balance this restless mind, it seemed so wonderfully physical
Oh the blood, the lust, the bodies that color the world: all drugs to die for! Won't you share my fire?
How can love make that world a minefield of forbidden ground?
A map of untouchable skin and silenced desire?

And love was there in vain, profound and deep but traced with pain
Loving the pure and sane he sought the goddess unstained, watching them turn to flesh again
Hungry for both the purity and sin
Life seemed to him merely like a gallery of how to be
And he was always much more human than he wished to be
But there is a logic to his world, if they could only see

Wishing - Sickened - Ill - Ticking

Someone still this hunger, always growing stronger
Budapest I'm learning, Budapest you're burning me

This is not who I wanted to be, this is not what I wanted to see
She's so young so why don't I feel free now that she is here under me?

Naked - Touching - Soft - Clutching

And then after all it lead me here to wake up again
Seeking a love that might make me feel free in myself but then it proves to be
Something that hurts inside when we touch, so I move on, I lose my way
Astray I'm trying too much to feel unchained, to burn out this sense of feeling cold
And every day I seek my prey: someone to taste and to hold
I feel alive during the split second when they smile and meet my eyes
But I could cry 'cause I feel broken inside

Come and drown with me, the undertow will sweep us away
And you will see that I'm addicted to my honesty
Trust, 'cause after all my sense of truth once brought me here
But I've lost control and I don't know if I am true to my soul
I've lost control and I don't know if I am true to my soul
Losing control and I don't know if I am true at all.

And we were always much more human than we wished to be...

And I remember when you said you've been under him, I was suprised to feel such pain
And all those years of being faithful to you, despite the hunger flowing through my veins
And I have always tried to calm things down, swallow down, swallow down
"It's just another small thorn in my crown"
But suddenly one day there was too much blood in my eyes, and I had to take this walk down
Remedy Lane of whens and whys...

Empty - Licking - Clean - Choking

Someone still this hunger, always growing stronger
Budapest I'm learning, Budapest I'm burning me
This is not who I wanted to be, this is not what I wanted to see

She's so young so why I don't feel free now that she's under me?
In the morning she's going away in a Budapest taxi I've paid
Seeking freedom I touched the untouched, it's too much...I'm beyond the pale...

Prematurity is truly the story of both you and me, and we were always much more human than we wished to be
We were always much more human than we wished to be
We will always be more human than we wish to be
We will always be so much more human than we wish to be.


Thursday, November 12, 2009

Μάθημα Ανατομίας



Εκείνο το βράδυ λοιπόν, καβάλησε την ασημένια Porsche Spider και ξεχύθηκε στον αυτοκινητόδρομο με 100 μίλια την ώρα. Ώσπου σε μια στροφή πάνω, την τσάκισε πάνω σε ένα άλλο αυτοκίνητο, και το κεφάλι του χωρίστηκε από το σώμα του.

-Που πας;
-Κάπου, έτσι...γενικά, να την πέσω.
-Τι γίνεται επάνω;
-Επάνω; Τι γίνεται επάνω; 'Ντάξει, όλα καλά επάνω.
-Κοίτα...κοίτα, αν θες να κοιμηθούμε μαζί, 'ντάξει.
-Ξέρεις κάτι; Δε μ'αρέσει έτσι.
-Και πως το περίμενες δηλαδή;
-Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Κάπως αλλιώς. Πάντως όχι έτσι. Πάω μια βόλτα στο δρόμο.
...Τουλάχιστον αν όλα αυτά δε γίνονται από φόβο, ή από ανία...ή από συναδελφική διάθεση...Μ'αγαπάς λίγο;
-Όχι μεγάλα λόγια, δεν είπαμε;
-Μάλιστα...δηλαδή μ'εσένα πως γίνεται; Κατεβάζουμε το φερμουάρ, ξεκουμπώνουμε το παντελόνι, μπαπ, τελειώσαμε;
-Δε με παίρνει για περισσότερα.
-Μάλιστα...άκου τώρα, το μάθημα της ανατομίας.
Αυτός εδώ είναι ο εγκέφαλος, ο εγκέφαλος που όλο διψάει για αλήθεια και που ποτέ δεν του δίνουν αρκετή και που ποτέ δε χορταίνει. Κι αυτή εδώ είναι η κοιλιά, που διψάει για τροφή. Κι αυτό εδώ κάτω είναι το φύλο, που διψάει για έρωτα, γιατί νιώθει μοναξιά πότε πότε. Εγώ στη ζωή μου τα θρεψα, τα χόρτασα και τα τρία, όσο μπορούσα κι όσο ήθελα. Εσύ μπορεί την κοιλιά σου λίγο...με φασκόμηλο βέβαια. Αλλά από αλήθεια, από έρωτα...τίποτα. Τίποτα, τίποτα. Μόνο φουσκωμένα λόγια, και καμώματα, και πόζες...Της αφήνει το χέρι.

Το μάθημα τέλειωσε ε...μπορείς να πηγαίνεις.

Wednesday, November 11, 2009

παν μέτρον κάκιστον


Όλα τα νούμερα κάποτε κληρώνουν. Ακόμα και τα μεγαλύτερα νούμερα έχουν κάποιες πιθανότητες. Ο ήρωας μας όμως δεν πίστευε σ' αυτές τις παπαριές. Ζούσε σ' ένα υπόγειο απ' αυτά που οι σωλήνες του καλοριφέρ περνάνε δίπλα σου, απ' αυτά που το καζανάκι είναι μία αλυσίδα που καταλήγει στο πατάρι. Που ανάβεις μια ηλεκτρική συσκευή τη φορά. Τέλοσπάντων πήρατε μία ιδέα. Αυτό λοιπόν το ατομάκι πίστευε ότι παν μέτρον κάκιστον. Ήθελε να είναι γεμάτος ουσίες. Οποιαδήποτε ουσία δεν είχε σημασία, καφεΐνη, αλκοόλ, παυσίπονα, χόρτα, ψυχότροπα, υπνωτικά. Η αναμονή της λήψης μία από αυτές τις ουσίες τον κρατούσε ζωντανό. Η νοσταλγία-θύμηση της λήψης μία από αυτές τις ουσίες τον κρατούσε ζωντανό. Αναμονή-Νοσταλγία-Λύτρωση με όποια σειρά να ναι, δύο και τρεις και πολλές φορές.
Οι περισσότεροι άνθρωποι-ανθρωποειδή-αρθρόποδα-πεντάποδα-μονόχειρα-τρίχρωμα-ασπρόμαυρα έχουν και τα δύο τους μάτια κλειστά. Περπατάνε-έρπονται-πετάνε χωρίς να βλέπουν τίποτα, μερικοί έχουμε την τύχη να ανοίγουμε που και που ένα από τα δύο, εκείνος τα είχε και τα δύο ανοιχτά όποτε ήθελε απλά βαριότανε. Εντάξει μην τον κατηγορούμε είχε την αγία τριάδα του ( Αναμονή-Νοσταλγία-Λύτρωση).
Μία μέρα του την έπεσε ένας μαύρος, όχι καμία σχέση με ρατσιστή είπαμε άλλωστε έχει δύο μάτια και μπορεί να βλέπει τα πράγματα και τους ανθρώπους όπως είναι. Απλά ήταν μαύρος και πουλούσε πρέζα στα στενά της αθήνας. Του λέει σε μια σκουρόχρωμη γλώσσα που μόνον οι δύο τους κατάλαβαν, πως έχει δύο χάπια, ένα μπλε και ένα κόκκινο. Αν έπαιρνε το μπλε θα ξυπνούσε στον αληθινό κόσμο όπου κουμάντο κάνουνε οι δημοσιογράφοι και κρατάνε τους ανθρώπους σε κουκούλια ρουφώντας τους την υπέρτατη ανθρώπινη ουσία που αναπτύχθηκε μόνο στους ανθρώπους και λέγεται: ”κοινή γνώμη”. Αν έπαιρνε το κόκκινο θα συνέχιζε να κοιμάται στο τετράτοιχο κουκούλι του.
Ο μαλάκας ο δικός μας (παν μέτρον κάκιστον αν θυμάστε) τα κούμπωσε και τα δυο μαζί. Ξαφνικά έμεινε γδυτός και δυνατές παιδικές μνήμες τον πλημμυρίσανε. Έτρεχε σε ένα τεράστιο κατάστημα με χαλιά και μοκέτες, όλων των υφών, χρωμάτων και μυρουδιών, κυλιότανε χαιδευότανε , εκσπερμάτωνε στα πιο φανταχτερά υφάσματα. Σε όποια σχισμή μπορούσε να χωρέσει το παιδικό του μυαλό είχε κουλουριαστεί.
Εμείς ξέρουμε πως η διπλή επίδραση των χαπιών θα τον ξυπνούσε μέσα σε πραγματικά γεγονότα και θα τον κοίμιζε φυτεύοντας του ψεύτικα όνειρα. Αν αναρωτιέστε ποιοι είμαστε “εμείς”, είμαστε οι μαύροι που του πουλήσαμε τα χάπια. Μας είπαν πως ήταν ο εκλεκτός που να ξέραμε πως θα έπαιρνε και τα δύο χάπια.

Ο ήρωας μας -αρχίδια ήρωας δηλαδή- κοιμότανε μέσα σε άσπρα παιδικά δωμάτια και έβλεπε τηλεόραση.
Ξυπνούσε όμως μέσα σε χωράφια γεμάτα ηχεία να παίζουνε ηλεκτρονικούς παλμούς μουδιάζοντας το κορμί του.
Κοιμότανε και έβλεπε μπάτσους παντού μέσα στο σπίτι του.
Ξυπνούσε και χοροπηδούσε κολυμπούσε σε πράσινες θάλασσες, γύρναγε τσιγάρα, έτρωγε μανιτάρια, φιλούσε όποιον και όποια ήθελε.
Κοιμότανε και έκανε έρωτα πάνω στο κρεβάτι.
Ξυπνούσε με ιδρωμένη ραχοκοκαλιά, μέσα σε όλες τις γυναίκες της ζωής του.
Κοιμότανε και τον μαθαίνανε οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, οι στρατηγοί, τα αφεντικά πως να κοιμάται.
Ξυπνούσε μέσα σε καταλήψεις, συναυλίες, παραλίες και μάθαινε πως να μαθαίνει να μένει ξύπνιος.

Tuesday, September 29, 2009

Αυτό που δε θέλω να ξέρεις


Κέντρο της πόλης. Αργά το απόγευμα. Κατεβαίνω τη Θεμιστοκλέους κι ο διάβολος γυρίζει γύρω μου σβούρες, οι πλάκες του πεζοδρομίου χορταριάζουν από κάτι μαύρα, ξερακιανά φυτά που τυλίγονται στα πόδια μου σφιχτά σαν συρματόπλεγμα. Αναπνέω πηχτό, βρώμικο αέρα όσο περπατάω και νιώθω ότι λαχανιάζει το μυαλό μου, όσο προσπαθεί να διώξει τις σκέψεις μακριά. Outnumbered, outgunned. Κανένα στενό σοκάκι δε μου κάνει χάρες πια. Με δίνουν στεγνά.

Έρχεσαι σπάνια πια.
Αλλά με σκοτώνεις, κάθε φορά.

Περπατάω για μια αιωνιότητα θαρρείς, κι εκείνο το κορίτσι μπροστά...Έχει κάτι που σε θυμίζει που να πάρει ο διάολος. Περπατάει διαφορετικά από εσένα και τα μαλλιά της είναι λίγο πιο ξανθά και είμαι σίγουρος. Κι όμως το ξέρω ότι θα τρέξω να δω το πρόσωπο της, υποκρινόμενος ότι μπορεί να είσαι εσύ. Και να άλλαξες το πως περπατάς, όπως εγώ άλλαξα τον τρόπο που χαιρετάω, προσπαθώντας να αφήσω πίσω πράγματα. Το ξέρω πως αυτή η κοπέλα δεν θα είσαι εσύ. Κι όμως θα τρέξω.

Θα τρέξω προσπαθώντας να αναπνεύσω.
Για να εισπνεύσω το κενό, κάθε φορά.

Και μελανιάζω προσπαθώντας, καταφέρνοντας μόνο κάτι κοφτές αναπνοές μέσα από την πλαστική σακούλα της ζωής, με μάτια γουρλωμένα να κοιτάνε τον κόσμο μέσα από το διαφανές υλικό. Για να μένω όσο χρειάζεται ζωντανός, για να συνεχίσω να βλέπω. Να περπατάω μέσα στο μετρό, κοιτώντας το παρελθόν στα μάτια, αφήνοντας τα τρένα να περνούν. Θυμάσαι; Θυμάσαι.

Δε θυμάμαι πια πως αναπνέουν.
Δε θέλω να θυμάμαι πια πως αναπνέουν.

Επιβίωση αντί για ζωή.
Ασφυξία αντί για αναπνοή.


Όμως αυτό δε θέλω να το ξέρεις.