Thursday, December 25, 2008

"Πες αναβάλλεται η γιορτή..."

Φως, φως, περισσότερο φως, περισσότερα λαμπάκια, πλαστικά κιτς δέντρα πίσω από τις μπαλκονόπορτες κι από κάτω τους πιο πολύ φως, απαστράπτοντα παιχνιδάκια και φάτνες με πρόβατα που λάμπουν και γιρλάντες που πάιζουν μουσική και βέβαια...λάμπουν. Απόλυτο σκοτάδι. Ετούτη η γιορτή, χρόνο με το χρόνο, μοιάζει όλο και πιο πολύ να ζητωκραυγάζει επετειακά αποκλειστικά και μόνο την ιστορική θυσία της αισθητικής σου και της τσέπης σου, για να τις εξαργυρώσει με φως, μπας και φωτίσεις τούτα τα ανήλιαγα σκοτάδια που κρύβεις κάτω από το δέρμα σου. Γι'αυτό γέμισες την πόλη με στολίδια, το σπίτι σου με χοντρούς κοκκινοφορεμένους παππούδες και το μυαλό σου με ολοφωτιστά σκατά, φαίνονται βλέπεις πιο όμορφα. Μια επιτηδευμένη ευτυχία κι ένα γιαπί-χαμόγελο - "είμαι καλά"- για να μην κλαίει και σήμερα το παιδάκι σου, όπως κλαίει κάθε μέρα που εσύ το γράφεις στα αρχίδια σου για να κυνηγάς την καριέρα σου. Γιατί επιβάλλεται να του κάνεις χίλια πανάκριβα δώρα αυτές τις μέρες, τόσα ώστε να μην έχεις φράγκο να του κάνεις τέσσερα-πέντε μικρά όλη τη χρονιά, λες και δεν ξέρουν τα παιδιά πόσο ακριβά κοστίζουν οι τύψεις σου στο παιχνιδάδικο. Γιατί επιβάλλεται να πάρεις το κορίτσι σου από το χέρι να το πας βόλτα στο καρουζέλ στο Σύνταγμα και να του πεις πως το αγαπάς για να σου κάτσει το βράδυ, άσχετα αν όλη τη χρονιά το πικραίνεις και δε δίνεις δεκάρα τσακιστή. Γιατί επιβάλλεται να πας να επισκεφθείς τον παππού και τη γιαγιά, μια και είσαι πια μεγάλος για κάλαντα (αλλά μικρός για δουλειά) και το μπουκάλι στο Venue δεν είναι χάρισμα χρονιάρες μέρες, άσχετα αν όλη τη χρονιά δεν πάτησες να τους δεις ποτέ, είχες δουλειές, σωστά; Γιατί επιβάλλεται να κάνεις έξαλλο clubbing τέτοιες γιορτινές ημέρες, λες και τις υπόλοιπες ημέρες δεν έκανες. Οπότε γιατί να καθίσεις μέσα; Για να συζητήσεις και να ξυπνήσεις τα μυαλά σου μαζί με τους φίλους σου; Σώπα ρε, πάμε να τα σπάσουμε. Άραγε, τι ξανακόλλησες ποτέ από ΟΛΑ αυτά που έχεις κατά καιρούς σπάσει; Σου φαίνομαι μίζερος; Αν θέλεις διώξε με από εδώ, το μόνο που θέλω είναι ΑΛΗΘΕΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΣΕΒΑΣΜΟ, σε χτυπάνε και νομίζεις πως χτυπιέσαι όταν χορεύεις, εγώ λέω γύρνα και χτύπα τους με όλα αυτά που ΕΣΥ πιστεύεις. Η γιορτή της θρησκείας της αγάπης, σε έναν κόσμο όπου η λέξη "αγάπη" θυμίζει γυμνάσιο, πόση υποκρισία; Πόση αγάπη προλαβαίνεις να δώσεις σε δέκα μέρες, έτσι ώστε να μπορείς, άφοβα, να την ξεχάσεις τις υπόλοιπες 350; Αυτό το κείμενο, το ξέρω, δεν έχει παραγράφους, αυτό το κείμενο δεν έχει δομή, δεν έχει ειρμό αλλά έτσι πρέπει να γίνω ρε γαμώτο, πριν με πνίξει η νόρμα κι ο κονφορμισμός σας, τώρα βάλατε καλούπι στη γιορτή, φόρμες στην αγάπη και τον έρωτα, λαμπάκια γύρω από τις ψυχές σας και αγιοβασιλιάτικα σκουφιά πάνω στα μυαλά σας. Σε όλους φαίνομαι περίεργος που είμαι θλιμμένος τα Χριστούγεννα, οι πιο συγκαταβατικοί λένε ότι τουλάχιστον η γιορτή είναι όμορφη για τα παιδιά, είναι όμορφη γιατί τα μάθατε να θλίβονται όλες τις υπόλοιπες μέρες βρε κόπανοι. Γιατί τα μάθατε να μετράνε πιο πολύ τα λαμπιόνια από το αληθινό φως, γιατί τα ρυθμίσατε με ακρίβεια να γίνουν όπως εσείς, άραγε εσείς τα έχετε καλά με τον καθρέφτη σας; Να γελάσω ή δεν αρμόζει ο σαρκασμός, τι προστάζει το Christmas instruction manual; Κονφορμίσου ανθρωπάκο, γέλα, πιες, φάε μέχρι σκασμού, πάρε δώρα, δώσε δώρα, αύριο ξέχνα, σταυρώσου και σταύρωσε, φτύσε αίμα και μη βγάλεις άχνα. Τα έχεις διαλέξει όλα, βήμα βήμα, κάθε βάλτο που πατάς τον έχεις δει από καμιά κατοσταριά μέτρα. Αλλά πηγαίνεις, αμνός πίσω από τον αμνό στο στόμα του τσοπάνη-αχ, δε σου το είπανε, sorry. Οι λύκοι δεν τρώνε τα πρόβατα, οι τσοπάνηδες τα τρώνε. Αυτοί που σε ταϊζουν, αυτοί σε σφάζουν, τι σου λέω χρονιάρες μέρες και περιμένει κι η γυναίκα σου με τα δικτυωτά να την πας στο ρεβεγιόν, να παίζεις εσύ χαρτιά κι αυτή να σκυλοβαριέται και να μην μπορεί να φύγει, οικογενειακή εστία σε περιοδεία, τα παιδιά νυστάξανε μπάρμπα. Αλλά πότε τα άκουσες; Πότε την άκουσες, μετά από τη νύχτα που την ερωτεύτηκες-ΑΝ την ερωτεύτηκες και ποτέ; Ζεις στο mute, φέρνεις τα λεφτά στο σπίτι άρα κανείς δεν έχει άποψη έδω μέσα, έτσι δεν είναι; Προσευχήσου τώρα. Και άκου την απάντηση, πληρωμένη μέσα από τον τάφο.
Άφου φωνάζουν όλοι αυτοί, κι αφού σκοτώνουν στο όνομα Μου, πες αναβάλλεται η γιορτή, πάω να ξαπλώσω στα καρφιά Μου. Πες τους ο χρόνος πως τρελάθηκε, δεν κάνει στάση Γολγοθά. Πες ο παράξενος πως χάθηκε. Κι έφυγε οριστικά.

Thursday, December 18, 2008

Παγωμένη Αίθουσα από Φωτιά


Τα πόδια μου μουδιάζουν από το κρύο καθώς ο ψόφος μπαίνει από τα -μισοτρύπια ούτως ή άλλως- πάνινα Converse που φοράω. Είμαι ξαπλωμένος-πεταμένος καλύτερα, σε έναν καναπέ μιας αίθουσας συσκέψεων ενός πανεπιστημιακού τμήματος. Ή μάλλον...στον καναπέ, της αίθουσας συσκέψεων, της σχολής μου. Προσπαθώ να κοιμηθώ αλλά είναι πολύ δύσκολο όταν ταυτόχρονα πρέπει να παριστάνεις τον λαχανοντολμά σφίγγοντας τα χέρια σου γύρω σου μπας και ζεσταθείς. Προσπαθώ να σκέφτομαι κι είναι αρκετά εύκολο όταν τίποτα άλλο δεν παίζει ως πιθανότητα.

Είναι η τρίτη φορά που βρίσκομαι σε αυτό το κτίριο με την ιδιότητα του καταληψία, πήρα να γερνάω, κάποια κρίση ηλικίας; Όχι ρε, μη μασάς, απλά μπήκαμε τέταρτο έτος και μυαλό δε βάλαμε. ΕΥΤΥΧΩΣ, δε βάλαμε. Τότε ήταν η αναθεώρηση του άρθρου 16 και ο νόμος πλαίσιο, τώρα ήταν η εν ψυχρώ δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Πόσα ζητάει το μαγαζί ρε μάστορα, στα πόσα σκατά έχουμε δικαίωμα να είμαστε οργισμένοι και στα πόσα είμαστε απλά κωλόπαιδα που θέλουν να χαλάσουν εξάμηνα και εξεταστικές; Ήμουνα νιος και γέρασα κατά κάποιο τρόπο, στο δεύτερο εξάμηνο ακόμα, και δεν πρέπει να είχα συμπληρώσει τρεις μήνες ως ενήλικος πολίτης. Κι όμως, ήμουν κλεισμένος σ'αυτό το κτίριο για βδομάδες, διαμαρτυρήθηκα, κατέβηκα σε πορείες και διαδηλώσεις, έφαγα ώρες να συζητάω σε γενικές συνελέυσεις και αλλού. Δεν ήμουν ούτε πιο έξυπνος ούτε πιο μάγκας από τα τωρινά πρώτα και δεύτερα έτη. Κάποιοι μου έδειξαν και μου είπαν κάποια πράγματα, πως οργανώνεται μια κατάληψη ή μια πορεία, κι ακολούθησα γιατί ένιωθα το άδικο αλλά και την ανάγκη να μην υποταχτώ σε αυτό που με αδικούσε. Κι όμως τώρα πάλιωσα κι είμαι πάλι εγώ που είμαι κλεισμένος σε αυτό το κτίριο, μαζί με αυτούς που ΤΟΤΕ μου έδειξαν ως πιο παλιοί και με αυτούς που ήταν ίδιο έτος μ'εμένα. Κι αυτοί που θα έπρεπε να ρωτήσουν εμάς για να συνεχίσουν το κουβάρι, δεν φαίνονται πουθενά.

Ένα παιδί πέθανε κι αν πάρουμε τα πράγματα από τη βάση τους, η ανθρώπινη ζωή είναι πιο πάνω από οποιοδήποτε νομοσχέδιο που τροποποιείται ή κατατίθεται. Θέλω να αποφύγω τη λούμπα του να γεράσω πριν την ώρα μου και να σκούζω σαν τη γενιά του Πολυτεχνείου που θεωρεί πως μόνο εκείνη αγωνίστηκε και οι υπόλοιποι είμαστε όλοι φλώροι, αλλά....Που είναι όλοι; Δε νοιάζονται, δεν αντιδρούν, δεν οργίζονται, δεν τάσσονται ενάντια σε αυτή την αστυνομοκρατία, σε αυτή την αυταρχικότητα γύρω μας; Κλείσανε τα σπιτάκια τους με καθαρή τη συνείδηση πως κάποιοι κρατούν κλειστή τη σχολή και άρα μπορούν να πάνε να δοκιμάσουν τους κουραμπιέδες φρέσκους από το ταψί, καλά χριστούγεννα, ένα παιδί είναι στο χώμα αλλά εντάξει, χτεσινά ξινά σταφύλια, πάμε να την κάνουμε τώρα; Τι έχετε πάθει όλοι; Δε μοιάζει να υπάρχει σωτηρία για τη χώρα της αιώνιας αμνησίας, τόσα ξεχάσαμε, δε φαινόμαστε να κωλώνουμε σε ένα ακόμα, ακόμα κι αν είναι ο φόνος ενός παιδιού. Δε μοιάζει να υπάρχει σωτηρία για τη νεολαία των φοιτητικών παρατάξεων-πάρτυ-καρναβάλι, γωνία Τζαβέλλα και Μεσολογγίου και η όποια μας έξοδος μάλλον άδικα συνέβη. Ακόμα υπό κατοχή.

Γυρίζω πλευρό, αυτός ο καναπές παραείναι άβολος για ύπνο και άρα αρκετά βολικός για στοχασμό-μπα τρομάρα να σου 'ρθει. Θυμάμαι πώς στην αρχή της χρονιάς χαιρόμασταν που αυτό το άμοιρο τμηματάκι επιτέλους απέκτησε κόσμο και μπόλικη ζωή στους διαδρόμους του και τώρα...Τώρα μας έδωσε πάλι αφορμή να γκρινιάξουμε σαν αυτούς που λέμε γέρους. Ανοιγοκλείνω τα μάτια γρήγορα για να μην ξεραθούν και τα καταφέρνω. Γιατί υπάρχουν άλλα 170 κτίρια παρόμοια με αυτό που τελούν υπό κατάληψη, αλλά και 600 σχολεία. Γιατί υπάρχουν πολλά παγωμένα κτίρια με τη φωτιά μέσα τους και ίσως να μη χάθηκαν όλα. Ακόμα. Γιατί από 600 σχολεία, ακόμα και τα μισά παιδιά να βγουν στον έξω κόσμο με τη φωτιά στα μυαλά, δεν πάμε κατά διαόλου. Να μην ξεχάσουν. Πρέπει και μπορούμε να ξεχαστούμε, μια και μετά το θρήνο πρέπει να υπάρξει η ημέρα μετά, η δημιουργία, η έκφραση. Αλλά το πιο σημαντικό είναι να μην ξεχάσουμε-σωστά φίλτατε; Γι'αυτό είμαστε νέοι, γιατί δεν δωροκούμαστε με μια καλή θέση στη δουλειά και με κάποια καλά λεφτά το μήνα, με ένα ρουσφετάκι ή με ένα οποιοδήποτε βόλεμα αλλά γιατί (θα έπρεπε να) έχουμε τα όνειρα μας σε πρώτη προτεραιότητα, υπεράνω όλων.

Πως το έλεγε εκείνος ο τοίχος; Δράσε ή σκάσε. Κάποιοι πάντα θα δρουν και κάποιοι πάντα θα σκάνε(-ή σκάζουν; Καλά, δεν πειράζει). Προς το παρόν σκάσε και κοιμήσου, η επόμενη βάρδια μπορεί να άργησε αλλά θα έρθει, κι εσύ έχεις πολλά "ετοιμοπόλεμα" χρόνια μπορστά σου. Θα έρθουν, θα το δεις.

Monday, December 8, 2008

En Krig A Seire

Όλοι ξέρετε τι έγινε το περασμένο σαββατόβραδο, ένα σαββατόβραδο που για τους έχοντες τας φρένας όχι σώας αλλά -αν μη τι άλλο- μη νοσηράς, δεν ήταν ίδιο με τα άλλα. Τα αυτονόητα νομίζεις σου λέω; Ναι, έτσι νόμιζα κι εγώ εκείνη την ώρα και γύρω στις δώδεκα ώρες μετά, συνειδητοποίησα ότι πλέον τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Το πρωί της Κυριακής, οργανώθηκαν σε όλη τη χώρα πορείες διαμαρτυρίας για το φόνο ενός αθώου παιδιού από τα χέρια ενός ένοχου μπάτσου. Έτσι και σε αυτή την κατάρα της ανθρώπινης ύπαρξης που ονομάζεται Τρίπολη, κλήθηκαν όλοι οι νορμάλ άνθρωποι να κάνουν το αυτονόητο: Να διαμαρτυρηθούν για το αυτονοητο: Για το ΑΔΙΚΟ.

Τελικά, οι νορμάλ άνθρωποι αυτής της πόλης-κόμικ, αποδείχθηκαν περίπου 40-50 άτομα, αγουροξυπνημένοι άλλα με τη φωτιά στα λαρύγγια τους. Οι υπόλοιποι άνθρωποι της πόλης είναι γέροι. Στάσου όμως να καταλαβαινόμαστε. Ξέρεις τι θα πει "γέρος"; "Γέρος", στο δικό μου λεξιλόγιο, θα πει σάπιος, συμβιβασμένος, ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΕΝΟΣ. Γυρίζω το κεφάλι μου γύρω γύρω και βλέπω γεροντονέους, απαθείς, άβουλους. Που δεν κατέβηκαν στις πορείες για το φόνο του αδερφού τους-αδερφός τους και παιδί των δικών τους ήταν! Αλλά που αρκούνται βεβαίως βεβαίως να αλλάξουν το status τους στο facebook, για να δηλώσουν σκεπτόμενοι, κοινωνικά προβληματισμένοι και αγανακτισμένοι με την αστυνομοκρατία. Ρε, ποιον δουλεύεις; Είχες πάει μπουζούκια, κι είχες hangover την Κυριακή το πρωί; Νύσταζες, βαριόσουν, χασμουριόσουν, ΚΟΙΜΑΣΑΙ;

Εγώ προσωπικά δεν βρέθηκα σε οδόφραγμα, δεν έχω κάνει επεισόδεια, δεν έχω σπάσει τράπεζες ή τζάμια στη ΓΑΔΑ. Απλά ξέρεις τι ρε φίλε; Αυτό που με πνίγει, βγαίνω πάντα στο δρόμο να το πω και δεν το φωνάζω στο σαλόνι μου. Δεν κοιτιέμαι στον καθρέφτη ευχαριστημένος που είμαι κοινωνικά IN, αλλάζοντας τα μηνύματα σε MSN και facebook, για να με δει η Κούλα και ο Κούλης και να καβλώσει. Γιατί εκεί καταλήξαμε, εδώ και δυο-τρεις μέρες είναι IN να είσαι οργισμένος. Αλλά OUT να βγαίνεις να το πεις. Κάποια σχιζοφρένεια ίσως;

Και όλοι βέβαια, φαγώθηκαν να καταδικάσουν τα επεισόδεια, τις καταστροφές αυτοκινήτων, τις φθορές στην περιουσία των άλλων. Ναι, συμφωνώ. Να σας πω όμως ρε ειδήμονες. Πόσα αυτοκίνητα και πόσες βιτρίνες κοστίζει η ζωή του παιδιού σας; ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ ΗΤΑΝ ΡΕ ΓΑΜΗΜΕΝΕ, ΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ; Βάζεις τα υλικά πάνω από τη ζωή; Τα επεισόδεια και τις μολότωφ πάνω από την ελευθερία σου; Την ελευθερία να κυκλοφορείς ΟΠΟΤΕ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙΣ στην Τζαβέλλα, χωρίς να φοβάσαι σφαίρες "που εξοστρακίζονται στο έδαφος". Κάνε το ταμείο σου ρε φίλε-και διάλεξε πλευρά.

Προλαβαίνετε ακόμα. Πριν μερικές μέρες έγραφα για λυσσασμένα σκυλιά-και τώρα άφρισαν, κόρωσαν και αμολιούνται-αμολιόμαστε. Όχι πως γουστάρουμε τη μανούρα δηλαδή, αλλά τη σήμερον ημέρα ο ρουφιάνος το ρουφιάνο, να πούμε, κι η λουμπίνα τη λουμπίνα-εννόησες; Αυτές τις μέρες προσπαθουμε για εκατομμυριοστή φορά να σας πείσουμε να κατέβετε κάτω, να φωνάξετε, να διαδηλώσετε, να αντισταθείτε σε αυτά που σας κατατρώνε την ψυχή, την ελευθερία και τώρα τα παιδιά. Υπάρχει ένας πόλεμος εκεί έξω και εκεί μέσα (κίνηση δακτύλου που δείχνει το κρανίο) και πρέπει να διαλέξεις μια πλευρά. Ένας πόλεμος που πρέπει να νικηθεί (=En Krig A Seire) αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι, αν θέλουμε να λεγόμαστε πολίτες της δημοκρατίας (χα!), αν θέλουμε να λεγόμαστε ΝΕΟΙ, στην ψυχή κι όχι στην ταυτότητα. Παράτα το facebook και κατέβα. Αλλιώς, είσαι απέναντι μας. Δε σε απειλώ, απλά επειδή σε βλέπω πως δε νιώθεις και πολύ, ψάχνω να σε κατατοπίσω. Γιατί κι εσύ αδερφός μου είσαι, ρε άνθρωπε, και πατέρας μου και γιος μου, και ψάχνω να σου ρίξω καμιά ξυλιά στα πισινά πριν σου ρίξουν καμιά σφαίρα στην καρδιά. Όσο κάθεσαι στη μέση, να το ξέρεις, θα κινδυνεύεις κι από εμάς, και από αυτούς.

Δε σου αρέσει η αστυνομοκρατία; Πάλεψε εναντίον της.
Δε σου αρέσει το πλιάτσικο; Μπες και άλλαξε το. Γίνε εσύ αυτός που κατεβαίνει στο δρόμο και μην τα σπας. Μην κράζεις χωρίς να έχεις πάει ποτέ. Πήγαινε και κάντα καλύτερα. Άντε, κοιμισμένε, άντε. Πόλεμος ρε κοιμισμένε, ΠΟΛΕΜΟΣ.

Thursday, December 4, 2008

Έσοπτρον



10-1-2006

Μια μύγα βουίζει γύρω από τα αυτιά μου όσο κοιμάμαι τις τελευταίες τρεις ώρες, δεν ξέρω αν το έχεις πάθει ποτέ αλλά ακόμα κι αν όχι, στο λέω εγώ. Σηκώνεσαι έτοιμος να δείρεις δυο ΟΥΚ-άδες μέχρι να σε παρακαλάνε για να φύγουν-τόσα νεύρα και λίγα ακόμα. Θέλεις να γαμήσεις το δωμάτιο με ένα καλάζνικοφ για να πετύχεις τη μύγα, σηκώνομαι τελικά και πιάνω να ξεκαρδίζομαι. Γιατί μια ζωή μου φαίνεται πως κυνηγάω όλων των ειδών τις μύγες με όλων των ειδών τα πολυβόλα. Τι ώρα είναι;

«Γιατί, έχεις ραντεβού;»

«Βρε, αϊ γαμήσου, σ’εσένα μίλησα;»


Ήρεμα αζόρ.


Ένα μυστήριο σκότος γεμίζει το κελί, ωραίο κελί όμως δεν παραπονιέμαι, καμιά πενηνταριά τετραγωνικά πλήρους ακαταστασίας, την έχω κληρονομική τη φτιάξη από τον πατέρα μου όσον αφορά το σπίτι και από τον κόσμο όσον αφορά το κεφάλι μου. Κοιμήθηκα πρωί και λίγο, άρα τώρα πρέπει να είναι μεσημέρι. Κοιτάζω το μπαντζούρι (με μπ φυσικά) και είναι κλειστό, ε τόσο ηλίθιος δεν το περίμενα. Πάντα έτσι ήμουν όταν ξυπνούσα; Όχι βέβαια, κάποτε ξυπνούσα χωρίς το “South Of No North” πάνω στα μούτρα, χωρίς στομάχι-καντηλίτσα, χωρίς λύσσα για καφέ αλλά με λύσσα για ζωή, χωρίς να ξέρω καν τι είναι. Ίσως γι’αυτό.


«Κινήσου αργά.»

«Γιατί;»

«Άκου που σου λέω ρε μαλάκα.»


Σηκώνομαι στα πόδια μου και μοιάζουν ξεβιδωμένα, τότε συναντιόμαστε πρώτη φορά σήμερα. Ο πόνος, σαν να βυθίζομαι μέχρι τον αστράγαλο στον πάτο της αλυκής με τις σκουριασμένες λάμες-και το αλάτι παντού. Καλύτερο κι από καφέ, ξαφνικά (νομίζω πως) έχω πλήρη συνείδηση. Και ένα μεγαλοπρεπές διάστρεμμα στο δεξί μου πόδι, δεν πατιέται καθόλου. Κουτσαίνω μέχρι το σαλόνι, σου είπα είναι ωραίο το κελί μου. Έχει έναν καναπέ που κάθομαι σπάνια κι ένα γραφείο που κάθομαι μονίμως οπότε σήμερα, κουτσός, φτωχός και καταφρονεμένος πρέπει να σωριαστώ σε μια γωνιά και να πατήσω το fast forward.

Περίπου όπως το πάτησα για πέντε χρόνια και τώρα, τρέχοντας να τα προλάβω, σκόνταψα και γαμήθηκα.


Αντί για το fast forward, τελικά πατάω το play, με εμπιστεύομαι μια ολιά ότι κάτι καλό έχω αφήσει μέσα στο stereo. Psychotic Waltz, τελικά υπάρχει ελπίδα. Lay your small ante down λοιπόν. Παρέα σήμερα δεν υπάρχει, δεν ξέρω ούτως ή άλλως αν υπάρχει γενικά, καναδυό παλικάρια εδώ πέρα μοιάζουν ωραίοι τύποι αλλά είμαι εγώ ο περίεργος, και τρεις-τέσσερις εκεί πίσω ξέρω πως είναι εντάξει αλλά δεν είναι εδώ. Κι όταν ήμουν εγώ εκεί, ήμουν πιο μαλάκας από τώρα, έβλεπα τα φίδια και τα νόμιζα για σκυλιά σαν και τα μούτρα μου. Και κάπως έτσι φτάσαμε ως εδώ, κουτσοί και αβοήθητοι σε ένα ξένο σπίτι. Δε φύτρωσα φοιτητής δηλαδή, κάποτε πήγαινα σχολείο σαν καλό μαθητούδι, είχα μπλέξει με τις μουσικές μου, διάβαζα να μπω Πολυτεχνείο. Και την κρίσιμη στιγμή, ρεβάνς από μια εφηβεία δημοσίου υπαλλήλου, τα γάμησα όλα σε μια στροφή, ωραία στροφή που τη ζαχάρωνα από μικρός αλλά δεν ήταν για τα χέρια μου. Είπα με παίρνει με μια γεμάτη τρίτη και μπήκα με πολλά, πέταξε η ζωή κώλο κι ήρθα με τις πάντες, μόνο που δεν ήξερα να οδηγώ για να το μαζέψω. Και τετακάρισα. Μετά, μεγάλη ιστορία, ήρθαν οι δικοί μου και με μαζέψανε, πήγα καλίμπρα, τροπέτο, τελευταία στιγμή είπα να το κρατήσω και να μην το δώσω για απόσυρση. Εκείνο το καλοκαίρι του διαβόλου που μπαινόβγαινα στα συνεργεία, ούτε στον εχθρό μου ή μάλλον μόνο σε αυτόν-αν είχα.


Φτιάχνω έναν καφέ που ξέρω πως θα μου βγει σε κακό αλλά όπως και να’χει έχω σφυρίξει ήδη ενδοσκόπηση. Ξέρεις, μπαίνει το λούκι με την κάμερα από τον οισοφάγο αλλά είναι άκαμπτο σα σιδερόβεργα, και πονάει. Το “A Social Grace” έχει ήδη φτάσει στο μαγικό αριθμό 6, κατάλαβες τώρα; Θυμάμαι τον πόλεμο, τις σπουδαίες, παλιές μέρες. Και τους πολεμικούς ύμνους που τραγουδούσαν καθώς πέθαιναν στο κρύο. Θυμάμαι τους καλούς ανθρώπους που αγόρασαν και πούλησαν, για μια δεκάρα.

Μετά από τόσο καιρό, δεν μπορούμε να αλλάξουμε γνώμη; Πρέπει να παίξουμε όλοι για να χάσουμε;


Το κελί λούζεται με φως, όχι γαλάζιο, σκούρο μπλέ, μουντό φως, κι εγώ κοιτάζω μέσα από θαμπά μάτια ακανόνιστα σχέδια που μου τα βάφτισαν πραγματικότητα. Το κρύο είναι απίστευτο και μουδιάζω-ευτυχώς. Σωματικά μόνο-δυστυχώς. Μπορείς να δεις καθαρά τώρα, να μετανιώσεις με την ησυχία σου, είναι η σειρά σου να κοιτάξεις στο μπανιστήρι της ζωής, ανάποδα όμως τώρα πια. Νιώθω σαν έπιπλο εδώ μέσα, ξύλινος και ξένος, νιώθω σαν ξένος εδώ κάτω, από αυτούς που βλέπουν τους ανθρώπους παράξενους. Κι είναι παράξενοι γιατί εγώ δεν θρώσκω άνω, αλλά έσω, και ψάχνω απαντήση, και ψάχνω λύση, και ψάχνω να μου κατεβάσω μοτέρ-καπάκι να με κάνω 400 άλογα, να προλάβω αυτά που δεν έκανα, να αφήσω πίσω σπινιάροντας αυτά που έχασα, να τρέξω, να τρέξω μέχρι να μη βλέπω τίποτα καθαρά κι όλα να μοιάζουν άξια λύσσας για ζωή, όπως τότε. Πότε; Ακανόνιστα, τότε. Πριν.


Κουτσαίνω προς το παράθυρο, έχει σκοτεινιάσει και έξω. Ακόμα κι αν μπορούσα να περπατήσω νομίζω πως δε θα πήγαινα πουθενά, γιατί έχω ισόβια συνδρομή στο μαζοχιστήριο της γειτονιάς, επίτιμος κι έτσι. Αλλάζω CD, που να τρέχεις μωρέ τώρα; Η πόρτα είναι ανοιχτή κι η φυλακή παντού.

Tuesday, December 2, 2008

Άναψε και εσύ ένα φωτάκι...


Άναψε και εσύ ένα φωτάκι...Βάλτο και δίπλα στη σημαία, γιατί χρειάζεται απόλυτο φως για να φανεί το απόλυτο σκοτάδι.
Άναψε και εσύ ένα φωτάκι...Βάλτο δίπλα στις γλάστρες μπας και θυμηθείς οτί υπάρχουν ακόμη δέντρα που δεν καήκαν.
Άναψε και εσύ ένα φωτάκι...Βάλτο στο μπαλκόνι έτσι για να μοιάζει με τα άλλα,όσο πιο πολλά τόσο πιο γυμνό το σώμα σου.
Άναψε και εσύ ένα φωτάκι...Ήρθαν τα Χριστούγεννα από το Νοέμβρη, ξέρεις γιατί έτσι? Μα για να αγοράσεις από τώρα ότι δε θα προλάβαινες το Δεκέμβρη.
Άναψε και εσύ ένα φωτάκι...Πρέπει να μπεις οπωσδήποτε στο γαμημένο πνεύμα των Χριστουγέννων, πρέπει να νιώσεις καλά, δε νοείται να είσαι λυπημένος 11 μήνες σε γαμάνε στη δουλειά, στο σχολείο, στη σχολή, τρως ξύλο στους δρόμους αλλά τα Χριστούγεννα είσαι στο πνεύμα είσαι σπουδαίος μάζευες λεφτά όλο το χρόνο για να πάρεις κάτι στον εαυτό σου.
Άναψε και εσύ ένα φωτάκι...Γιατί πρέπει να αποκτήσεις συμπόνια για το διπλανό, οι μέρες άλλωστε το επιτάσσουν. Τι και αν ποτέ δε νοιάστηκες για τους φυλακισμένους που είναι στοιβαγμένοι σε άψυχα κελιά, τα άτομα στα ψυχιατρεία που τους μεταχειρίζονται σαν ζώα, τους μετανάστες που κλείνουν σε τριτοκοσμικά γκέτο και τους ξυλοκοπούν καθημερινός, τους φοιτητές που έχουν φάει όλα τα ληγμένα χημικά του κράτους, τους συνταξιούχους που ψάχνουν στα σκουπίδια για αποφάγια, την γαμημένη γενιά των εξακοσίων ευρώ που κάνει τρεις δουλειές.
Άναψε και εσύ ένα φωτάκι...

Tuesday, November 18, 2008

Αρματωμένοι Άγγελοι και Λυσσασμένα Σκυλιά


Απέναντι μου κρέμεται το πολυαγαπημένο μαύρο μπουφάν. Το στενό, "χτιστό" μπουφάν-πανοπλία, η διεπαφή του μέσα μου με τον έξω κόσμο, δυο μέτρα μαύρο ύφασμα και λίγο μέταλλο. Ξημερώνει 18 Νοέμβρη, η μέρα που φεύγει, οι μέρες που έρχονται, οι διαβόλοι χορεύουν μέσα μου, οι άγγελοι ξυπνάνε γύρω μου, διαβρωμένοι, έρποντες, αρματωμένοι στις δικές τους πανοπλίες, ξεκινούν άλλη μια μέρα για το πλιάτσικο, τους ακούς να οπλίζουν.

Ξέρεις όμως τι παίζει σύντροφε; Η δικιά μου η πανοπλία είναι ένα γαμημένο μπουφάν, κι από μέσα τραβάω πιστόλια τα χέρια μου, οπλισμένα στο μυαλό μου αλλά όχι για πλιάτσικο, ό,τι πάρω θα το πληρώσω κι αν δεν έχω έλα να με δείρεις μαγαζάτορα. Αυτοί έχουν αρματώσει το μυαλό τους με σίδερα κι ούτε ο διάολος δεν ξέρει τι σιδερικό θα τραβήξουν από εκεί μέσα. Σου είχα πει πως αν πιστεύεις σε άγγελους μάλλον δε χωράς εδώ, όχι πως δεν είσαι ευπρόσδεκτος αλλά μάλλον δε θα θέλεις να είσαι εδώ γύρω. Σαν πάνοπλα φίδια του φωτός μας κοιτάνε με απέχθεια, εμάς τους διαβόλους, τα σκυλιά που δεν πρόκειται όμως να σταματήσουμε πριν ψάξουμε ό,τι σκουπίδι βρεθεί στο διάβα μας για να βρούμε όνειρα, αγάπες, ελευθερίες και όλα αυτά τα ομορφούλια που μάθατε στο σχολείο. Συν τα άλλα που δε μάθατε, μίση, πάθη, εξαρτήσεις, ξέρουν οι άγγελοι τι σας μαθαίνουν. Αυτά τα άλλα είναι που πονάνε, που καίνε, που σε βγάζουν στο δρόμο και σε λυσσάνε, γιατί τα καλά σκυλάκια κάθονται στον καναπέ των αγγέλων, τα λυσσασμένα όμως είναι πάντα έξω.

Σε έχει δαγκώσει λυσσασμένο σκυλί, σύντροφε; Ή κάθεσαι στον καναπέ σου και κοιτάς τη ζωή από την κλειδαρότρυπα; Αρματωμένος στην αρματωσιά αλλουνού, τσάμπα μάγκας και λαγόκοτα σε όλη σου τη ζωή; Πιάσε τον ταύρο από τα κέρατα, έτσι δε σου είπαν για να συνεχίζεις; Δε σε έπεισαν πως ζεις, όταν κατάλαβες πως απλά επιβιώνεις; Όχι, δε θα σε μάθω εγώ να ζεις, τι λες τώρα. Όρεξη είχα, άντε γαμήσου (ευχή όπως θα γνωρίζεις) και μάθε μόνος σου. Απλά να ξέρεις που ανήκεις, για να ξέρω που να δαγκώσω. Μπα.

Χα, μαλάκα μου, ξέρεις από λύσσα; Σιγά μην κάνω πρόγραμμα ποιον θα μουντάρω. Mπουφάν και έφυγα, με περιμένει η υπόλοιπη αγέλη.

Saturday, November 15, 2008

Το σμαραγδένιο φίδι

Έχοντας πιει όχι μόνο ποτά, έχοντας μείνει μόνος μαζί με κάτι σκοτεινό, ποτέ δεν άνοιξα το ντουλάπι που τόσο λαχταρούσα αλλά ήξερα πως είναι εκεί, δήλωνε την παρουσία του είτε ακόμα και την απουσία του με τρόπο πομπώδη ποιητικό που δε σου άφηνε και πολλά περιθώρια. Νιώθω εκείνο το πράγμα που μόνο σε γεμάτο κρεβάτι το νιώθεις αλλά είσαι στην άκρη του σαν πληγωμένο ζώο, έχεις δίπλα το κενό και από την άλλη αυτό που φοβάσαι.

Εκείνο το ψιλόβροχο τι θέλει και πιάνει τέτοιες ώρες καταραμένες, ποιητικές. Βγαίνεις έξω με τα χέρια σε στάση που θυμίζουν ετοιμότητα και αφήνεις το κρύο να μπει μέσα σου, μόνο και μόνο για να μυρίσεις αυτό που σε ξεπλένει.

Ένα μεγάλο πράσινο σμαραγδί φίδι έτοιμο σε θέση μάχης. Τα λέπια του διαγράφονται έντονα και απειλητικά, το μάτι του σε μαύρο φόντο, κατακόκκινο πολύγωνο που στριφογύριζε και σε έπαιρνε σε ένα ταξίδι με γυρισμό αλλά ποτέ μα ποτέ δε θα θυμάσαι την αρχή ούτε και το τέλος σαν αιώνια φυλακή της χαράς.

Μία γλυκιά κουρασμένη γυναικεία φωνή, αγουροξυπνημένη με ρωτά τι κάνω, δίχως να το θέλει έτσι αυθόρμητα δικαιολογείται ότι δεν κοιμόταν. Τελικά υπάρχει περίπτωση να ανοίξεις και το διπλανό ντουλάπι να την ξαπλώσεις δίπλα στο άλλο έτσι για σπάσιμο, γιατί απλά μπόρεσες. Έτσι αλλιώτικα, ποιητικά...

Friday, November 14, 2008

Το τραγούδι του μαοσταλινικού και της αναρχικής

Thursday, October 30, 2008

Το Όπιο Του Λαού;



Πολύ σοφά κάποτε είχε ειπωθεί πως το ποδόσφαιρο είναι, πλέον, το όπιο του λαού, αντί για τη θρησκεία.
Το θέμα, είναι, όπως και με το -οποιοδήποτε- όπιο, αν και με ποιο τρόπο κάνεις χρήση του. Στην πλειοψηφία του δυτικού, "πολιτισμένου" κόσμου, το ποδόσφαιρο (κυρίως) αποτελεί έναν εκ των βασικότερων τρόπων διασκέδασης του αντρικού (αν και όχι μόνο) πληθυσμού. Επειδή τυγχάνω και κανονικός άνθρωπος όταν δε γράφω ασυναρτησίες, βλέπω και πάιζω αρκετή μπάλα (και άλλα αθλήματα), και υποστηρίζω και κάποιες (όχι μόνο μία) ομάδες. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι τρώω κουτόχορτο, ή ότι δεν έχω σκεφτεί ενδελεχώς πώς και γιατί αγαπώ αυτά τα πράγματα. Το θέμα είναι, το κάνουν όσοι πρέπει, και όσο πρέπει;

Ζούμε σε μια χώρα με έντονο το φαινόμενο του χουλιγκανισμού, το οποίο εξαιτίας μιας αναποτελεσματικής γενικότερα πολιτείας, γιγαντώνεται. Όταν δε, μπαίνουν στο παιχνίδι και πολιτικά χρώματα πέραν του πράσινου, κόκκινου, κίτρινου, μπλέ, τότε τα πράγματα σκουραίνουν πολύ επικίνδυνα. Ορισμένες ομάδες των λεγόμενων οργανωμένων οπαδών δε διστάζουν να μπλέκουν -αγοραία το θέτω- τις πούτσες με τις βούρτσες, δηλαδή ακραίες πολιτικές (ή ακόμα και ρατσιστικές) ιδέες και σύμβολα με τις ομάδες τους. Αποτέλεσμα αυτού είναι ένα τεράστιο μπάχαλο, και πολύς κόσμος που φοβάται να πάει στο γήπεδο είτε επειδή προσβάλλεται είτε επειδή νιώθει πως κινδυνεύει.

Φυσικά, δεν είναι αποκλειστικό μας προνόμιο ως Έλληνες, άλλωστε το sense of belonging που περιέχει το οπαδιλίκι κάθε ομάδας είναι πανανθρώπινο φαινόμενο, ειδικά στους πιο νέους ανθρώπους. Το θέμα είναι πως εκφράζει ο καθένας το οπαδιλίκι του, και τι αποκομίζει από αυτό. Το οποίο θέμα, είναι πολύ απλό. Πάω στο γήπεδο, φωνάζω, βρίζω, εκτονώνομαι, φοράω τα χρώματα της ομάδας μου. Γήπεδο είναι και όχι εκκλησία κι αυτό το γνωρίζουν όλοι, οπότε μη μου πεις ότι προσβάλλεσαι. Τότε ναι, μην πηγαίνεις. Μια χαρά. Αν πάω στο γήπεδο και σου φέρω μια καρέκλα στο κεφάλι, τότε είμαι κάφρος γιατί σου ασκώ σωματική βία, την οποία δεν μπορείς να αγνοήσεις (όπως το να σου πω "κωλόγαυρε μαλάκα"). Ναι άλλα αν εγώ φοράω μια μπλούζα που λέει "Ηλιούπολη Panathinaikos Club" επειδή είμαι από εκεί και γουστάρω τη γειτονιά μου, κι ο άλλος που φοράει μια ίδια πάει και πλακωθεί στο ξύλο μέσα στο γήπεδο, γίναμε όλοι τουρλουμπούκι. Οπότε, βάλτε το ξερό σας να σκεφτεί, δε χρειάζεται να ανήκετε κάπου, αρκεί να ανήκετε στον εαυτό σας και να τον αντιπροσωπεύετε.

Τελικά, γιατί υποστηρίζουμε συγκεκριμένες ομάδες; Χρώμα; Γελοίο, εμένα μου αρέσει πιο πολύ το κόκκινο παρά το πράσινο και είμαι Παναθηναϊκός. Νίκες; Ακόμα πιο γελοίο, την εποχή που ήμουν έφηβος η ομάδα μου δεν έπαιρνε ούτε Lucky cup παγωτό της Δέλτα. Απλά ρε παιδιά, είμαι Αθηναίος και χαίρομαι που είμαι, και υποστηρίζω την ομάδα της πόλης μου. Δε θέλει φιλοσοφία, μπάλα είναι, και την αγαπάμε γιατί είναι απλή, σε αντίθεση με την υπόλοιπη ζωή μας. Γιατί υποστηρίζω την Manchester United, ή τη Valencia; Γιατί, μεγαλώνοντας, θυμάμαι αυτές τις δύο ομάδες να παίζουν το ποδόσφαιρο που με εντυπωσίαζε. Απλό είναι. Δε νιώθω να υπερτερώ έναντι κανενός, την πλάκα μου κάνω και σηκώνω την πλάκα των άλλων. Θα σου πω το ένα, θα μου πεις το άλλο, μετά θα καταλήξουμε να πιούμε μια μπύρα συζητώντας το ματς.

Είναι ωραίο πράγμα η μπάλα. Ωραίο είναι και το βρισίδι που θα πέσει, που λέει ο λόγος. Ωραίο έιναι κι ένα πανό που θα σηκωθεί. Ωραίο είναι και το οπαδιλίκι. Μόνο η καφρίλα δεν είναι ωραία.

Tuesday, October 14, 2008

Σιωπηλή Συμφωνία



Σιωπή, σαν την πιο δυνατή μας φωνή
Από τότε, από πάντα
Η Σιωπή, σαν κομμάτι από το ξόρκι
Η Σιωπή που δεν ήταν ησυχία αλλά κραυγή.

Και μια συμφωνία που έγινε μουσική
Λέξεις που έγιναν νότες
Νότες από τα πλήκτρα της ψυχής.
Μια πόλη παρτιτούρα, μια θάλασσα καμβάς
Ένας κόσμος όγδοο θαύμα.

Είμαι εδώ κι ακούω-πάντα σε ακούω.
Φτάνει να μου τραγουδάς κάθε βράδυ για να κοιμηθώ
Πως "η αγάπη είναι μια πράξη από αίμα και ματώνουμε"
Φτάνει να είναι η συμφωνία μουσική.

Σε κάθε βήμα, κάθε κτίριο, κάθε παιδική χαρά
Κάθε τοίχος, κάθε γέφυρα, είναι δικά σου και δικά μου.

Κι όταν έρθει η στιγμή, γιατί μου πες πως θα 'ρθει
Θα κάνω την πόλη μια σταλιά και θα σε βρω
Ίσως να βγω φάντης -πάντα μπαστούνι- στο μετρό
Το 'χω ξανακάνει και ξέρεις πως μπορώ.
Ίσως γίνεις κύμα, στο μπαλκόνι μου να 'ρθείς
Το 'χεις ξανακάνει και ξέρω πως μπορείς.

Μόνο η φωτιά και τίποτα άλλο
Αυτή που θα μας κάψει ζωντανούς.
Γιατί δεν υπάρχει μέρος εδώ χάμω για τη δική μας τη φωτιά
Κι ούτε κανείς άλλος μπορεί να την αντέξει.

Μόνο η φωτιά και τίποτα άλλο
Αυτή του ονείρου που αξίζει να το ζήσεις
Αυτή που κάνει τη Σιωπή, κραυγή
Αυτή που αξίζει ζωές να χαραμίσεις.

Είμαι εδώ κι ακούω-πάντα σε ακούω.
Φτάνει να μου τραγουδάς κάθε βράδυ για να κοιμηθώ
Πάνω στο πιάνο, με δάχτυλα του έρωτα
Για σιωπηλά αινίγματα, για Ατλαντίδες και πισίνες στο σχήμα της καρδιάς.

Friday, October 10, 2008

World Downfall



Ακρίβεια φτώχεια ανέχεια πείνα πόλεμος δημογραφικό πρόβλημα napalm πυρηνικά προγράμματα γενιά των 700€ ναρκωτικά εξαρτήσεις εξευτελισμός της ζωής γραφειοκρατία κυκλοφοριακό αστυφιλία αποξένωση εθνικισμός πτωχεύσεις χρεωκοπία ρατσισμός άγχος κατάθλιψη τύψεις μίζες ρουσφέτια δικομματισμός ανεξέλεγκτος καπιταλισμός αναθέσεις εξαγορές σκάνδαλα παπάδες ράσα άνισος πλούτος one night stands εγωισμός αδιαφορία μισαλλοδοξία τρίτος κόσμος θανατηφόρες ασθένειες υποκρισία πλανητάρχες υπερδυνάμεις πολιτική κοινοβούλιο ενεργειακή κρίση ιδιωτικοποιήσεις νεοφιλελευθερισμός κατάχρηση εξουσίας επιδειξιομανία αλαζονεία νεόπλουτοι AIDS διαλυμένες οικογένειες αυτοκτονία "Ρώμη" περιβάλλον εμπρησμός τήξη πάγων είδη υπο εξαφάνιση λαθροθηρία τηλεόραση ΜΜΕ εξουσία πρωινάδικα παράθυρα απολύσεις πολυεθνικές έπαρση ασταθείς σχέσεις διαζύγια νομοσχέδια κινητά τηλέφωνα μόλυνση της θάλασσας στρατόπεδα συγκέντρωσης εκμετάλλευση ανθρώπων μαστροπεία νοσοκομεία νάρκες βόμβες εξοπλιστικά προγράμματα στρατιωτική θητεία ψυχρός πόλεμος πυρομαχικά τεθωρακισμένα λαθρεμπόριο κατάρρευση ανθρώπινα όρια διαλυμένες ζωές δυστυχία κατρακύλα κατηφόρα φρένο μαλάκες τοίχος

Thursday, September 25, 2008

A Separate Reality




Ο πολεμιστής, λέει ο Castaneda, έχει την ικανότητα να καταστρέφει τον κόσμο και να τον αναδημιουργεί κατά το δοκούν.

Where is the fighting man? Am I he?

Κάπου στις ζωές όλων υπάρχει ένα μεγάλο σταυροδρόμι. Ίσως και πολλά, αλλά καθένα διαφορετικό. Ίσως και ίδιο.

Κι εκεί που τρέχεις με 180-200 στην εθνική, ξαφνικά πρέπει να πέσεις στα φρένα. Θυμάσαι που πας; Ωραία, θυμάσαι. Ξέρεις γιατί πας; Ωραία, ξέρεις. Είσαι σίγουρος ότι ΕΤΣΙ πάνε; Όχι, δεν είσαι. Κι εσύ που είχες βάλει μια ρότα στη ζωή σου, μια ντιρεκτίβα πως ό,τι βλέπεις είναι πραγματικό κι ό,τι είναι πραγματικό είναι μόνο ό,τι βλέπεις, είσαι πια σίγουρος πως είναι έτσι;

Μην τρελαίνεσαι, είσαι μάλλον αρκετά έξυπνος άνθρωπος να αποφύγεις τις παγίδες της δήθεν πνευματικότητας, ή του βιβλικού γιου του ξυλουργού που περπατούσε στο νερό. Έχεις όμως αυτά τα όνειρα...Τα ακατανόητα ίσως, τα πολλά, τα περίεργως αληθινά...Έχεις αυτή την επιθυμία, εύχεσαι ο κόσμος να είναι παραπάνω από αυτά που βλέπεις, δε σου φτάνουν. Ψάχνεις το πέρα, είσαι άνθρωπος. Δεν έχεις ανάγκη να πιστέψεις, όπως σου λένε οι μαυροφορεμένοι, έχεις ανάγκη να μάθεις, να γνωρίσεις, να ταξιδέψεις και να "ταξιδέψεις".

Στην τελική, ψυχότροπα ξε-ψυχότροπα, κάπου σε έπεισε ο Mr.Carlos. Κι αν υπάρχουν κόσμοι μέσα σε κόσμους, ακατάληπτοι όχι μόνο στην όραση και τις αισθήσεις σου αλλά και στη φύση σου γενικότερα έτσι όπως την αντιμετωπίζεις ως τα τώρα; Ποιος σε έμαθε να αντιλαμβάνεσαι κάτι ως πραγματικό; Όπως πια πιστεύεις πως ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, μήπως έτσι δεν είναι και ο χώρος πραγματικός; Μήπως είναι πραγματικό μόνο το τι αισθανόμαστε, μήπως μόνο εσύ κι εγώ είμαστε πραγματικοί;

Ο πολεμιστής, λέει ο Castaneda, έχει την ικανότητα να καταστρέφει τον κόσμο και να τον αναδημιουργεί κατά το δοκούν.

Κομμάτι-κομμάτι, το "πιστεύω ό,τι βλέπω" καταστρέφεται. Ίσως δε μου φτάνει. Ή ίσως θέλω να δω το πέρα, για να βεβαιωθώ πως δεν υπάρχει και πως είχα δίκιο. Θέλω να ψάξω τα όνειρα μου, να μάθω, να ζήσω και εκεί μέσα όπως ζω και εδώ έξω. Το μυαλό μου είναι τεράστιο, το μυαλό σου είναι τεράστιο, δε θα το χαραμίσω μόνο σε αριθμούς και προσευχές. Το μυαλό μου είναι μια άλλη πραγματικότητα. Το μυαλό σου είναι μια άλλη πραγματικότητα.

"Communion is evolution
Of the mind to a higher form of reason
Communion, a resolution
A search for inner peace..."

Sunday, September 21, 2008

Χαρωπά την τηλεόραση χτυπώ



Είναι πραγματικά τρομακτικό το πόσο μπορεί η τηλεόραση να επηρεάσει την κοινή γνώμη. Επί 8 χρόνια έπεισαν τον κόσμο πως παρόλα τα σκάνδαλα στη ΝΔ ο Καραμανλής είναι άρχοντας και σέβεται τον ελληνικό λαό είναι ταπεινός μάγκας κυμπάρης και οτιδήποτε ακούγεται ωραία στον μέσο έλληνα που παίρνει 600 ευρώ μισθό αλλά γουστάρει γιατί ο πρωθυπουργός του είναι μάγκας. Ξαφνικά ο Τσίπρας εμφανίζεται ο σωτήρας 18% δείχνει το κοντέρ και τρέχουν όλοι να ερμηνεύσουν το νέο φαινόμενο. Από το πουθενά πάλι φθείρεται η ΝΔ και περνάει μπροστά το πασόκ. Βγήκαν πάλι οι δημοσιοκάφροι να πουν πως το πασόκ δίνει λύσεις πως άρχισε πάλι να το εμπιστεύται ο λαός. Όλα αυτά βέβαια από εκεί που ο γιωργάκης δεν έκανε για πρωθυπουργός και το πασόκ διαλυόταν. Δηλαδή μέσα σε μία βδομάδα έπεισε τόσο πολύ ο γιώργος με τις απόψεις του που άρχισε να κατρακυλάει η ΝΔ. Λογικό είναι να φθείρεται μια κυβέρνηση που έκανε περισσότερα σκάνδαλα σε 8 χρόνια από όσο το πασόκ 20 χρόνια. Δεν αντέχω άλλο ΝΔ δεν αντέχω άλλο πασόκ δεν αντέχω άλλες δημοσκοπήσεις δεν αντέχω να βλέπω άλλο τηλεόραση και να νεκρώνει ο εγκέφαλος...

Wednesday, September 17, 2008

He Who Enters His Mountain



Ο Ace "Quorthon" Forsberg δεν έφυγε ποτέ.

Πολλοί μεγάλοι του rock'n'roll, κατά καιρούς, έφυγαν. Αυτός όχι. Το όραμα, η επιμονή, το αγύριστο κεφάλι του, το ταλέντο του, η προσωπικότητα που βαπτίστηκε Quorthon δεν είναι δυνατόν να πεθάνει. Γιατί ακόμα και στα extreme πλαίσια μιας μουσικής όπως αυτή, εκείνος ήταν ήδη πιο πέρα. Γιατί σε αυτόν χρωστάμε το γεγονός ότι η ακραία μουσική ΕΙΝΑΙ ακραία. Γιατί σε αυτόν χρωστάμε το γεγονός ότι η επική μουσική ΕΙΝΑΙ επική. Γιατί το μήνυμα και το όραμα του είναι πέρα από τα όρια του rock'n'roll, και βαράει κατευθείαν στην κοσμοθεωρία του ανθρώπου. Στο βουνό μου/σου/του, που ο καθένας ανεβαίνει.

Η πορεία των Bathory, του σχήματος του Quorthon, μοιάζει με παραμύθι. Από τα άλλα παραμύθια, τα περίεργα, που έχουν μόνο λύκους κι όχι κοκκινοσκουφίτσες. Λυκίσιες ψυχές, που περιφέρονται συνειδητά μόνες. Οι Bathory δεν απέκτησαν ποτέ άλλο μέλος, δεν έπαιξαν ποτέ live, δεν ήταν ποτέ μπάντα. Ήταν μάλλον ιδέα, κάτι νοερό, ένα άμορφο συναίσθημα.

Στην αρχή, φόβος.

Δεν μπορώ να νιώσω κάτι άλλο ακούγοντας τη φωνή του στο "Born For Burning". Ακόμα κι αν ξέρω πως αυτά που λέει και ο τρόπος που τα λέει είναι επιτηδευμένα shocking, όχι υποκριτικά, αλλά με μια βαθιά επιθυμία να ταρακουνήσει τον κόσμο της μουσικής, ο Quorthon στα "Bathory" και "The Return..." απλά με τρομάζει. Έχω ακούσει τόνους μεταγενέστερης ακραίας μουσικής, είτε από διάθεση να πειραματιστώ, είτε για να ανακαλύψω νέα ηχοτοπία, αλλά πάντα έλεγα...it's only rock'n'roll, man. Με δαύτον τα χρειάστηκα. Ανατρίχιασα. Ήταν σαν να συγκρίνω το "Event Horizon" με το "Scream".

Και μετά, δέος.

Εκείνη η πρώτη στιγμή του "Twilight Of The Gods". Η δραματική μελωδία που σκάει ύπουλα, μετά από ένα λεπτό, που έχεις ξεχάσει ότι έχεις βάλει μουσική και σε δαγκώνει στο σβέρκο. Ξαφνικά, τίποτα δεν είναι το ίδιο. Την προτιμώ την επική περίοδο του, δεν το κρύβω. Είναι η βάση πολλών εκ των πραγμάτων τα οποία είμαι, του πως σκέφτομαι και ενεργώ. Είναι η ζοφερή διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν θρόνοι στον ουρανό. Είναι η τραγική αλήθεια πως και σε αυτή την Εδέμ κρύβεται ένα φίδι. Πως ο μύθος του Ragnarok είναι αλήθεια, κι είναι κάθε μέρα μπροστά μου, δίπλα μου, μέσα μου. Είναι οι στίχοι του "To Enter Your Mountain"-he who enters his mountain, with or without sword in hand, he will learn...Είναι η γνώση πως αυτά τα τρία αριστουργήματα ("Blood Fire Death", "Hammerheart", "Twilight Of The Gods") ηχογραφήθηκαν, όπως και όλοι οι δίσκοι του, σε ένα τετρακάναλο σε ένα γκαράζ, με τον ίδιο να παίζει όλα τα όργανα, με μηδαμινό budget. Είναι η ανατριχίλα της -άγραφης στα σχολικά μου βιβλία- αλήθειας για την τέταρτη σταυροφορία στο "One Rode To Asa Bay".

Και μετά, σιωπή.

Τον Ιούνιο του 2004, ο Quorthon μουγκάθηκε. Ο Odhinn, λένε, του πήρε τη μιλιά και την ανάσα. Δε βάσταγε, λένε, η Asgard χωρίς τον καλύτερο πολεμιστή της. Δεν μπορούσε να τον αφήσει άλλο να περιπλανιέται μόνος, λύκος, στη γη της Yggdrasil. Το αλήθινο Haavamal είναι μέσα σου, άνθρωπε. Κι αυτός σε έμαθε να το διαβάζεις.

Ο Ace "Quorthon" Forsberg δεν έφυγε ποτέ.

Friday, September 12, 2008

Resurrection Magnetic




Ώρες ώρες αναρωτιέμαι αν όντως υπάρχει κανείς εκεί πάνω που να ακούει. Τόσα ρημάδια χρόνια που σκούζαμε για την ξεφτίλα των Metallica, μας άκουσε άραγε κανείς; Όλοι εμείς που, καλώς ή κακώς, αρνούμασταν να δεχτούμε το "Reload" σαν έναν απλό πειραματισμό, όλοι εμείς που στενοχωρηθήκαμε με το "St.Anger" ως σύνθεση και όχι απλά ως ήχο, τώρα ποία η θέσις μας, κύριοι;

Μόκο. Τουμπεκί και γαργάρες με χαλίκια.

Όχι γιατί οι Metallica είναι οι μεσσίες του κόσμου και έχουν το αλάθητο του μάπα. Αλλά γιατί πάνω στη σύγχυση, μπερδέψαμε την κατρακύλα του ονόματος της μπάντας με την κατρακύλα των ανθρώπων που ΕΙΝΑΙ η μπάντα. Και μας απέδειξαν περίτρανα πως τα πρόσωπα, οι άνθρωποι Metallica το 'χουν ακόμα μέσα τους. Αυτό που δεν κατάλαβα είναι γιατί το ξέχασαν τόσα χρόνια. Ας είναι. Είναι πίσω οι μάγκες.
Για εμένα προσωπικά, το "Death Magnetic" είναι ίσως η μεγαλύτερη έκπληξη στην εμπειρία μου ως ακροατής. Ήρθε σχεδόν από το πουθενά και, πιστέψτε με οι μη γνωρίζοντες, οι ροκάδες είμαστε κολλημένοι σε κάποια πράγματα, και το να μεταπείσεις ανθρώπους που σε είχαν τόσο ξεγραμμένο όσο εμείς αυτούς, δεν είναι άθλος. Είναι θαύμα. Miracolo, πως το λέτε στο χωριό σας. Είναι απίστευτο με την πλήρη έννοια της λέξης.
Παρ'όλα αυτά, δε θεωρώ πως ήμασταν άδικοι μαζί τους. Όπως και να το κάνουμε, "έλειψαν" 17 ολόκληρα χρόνια. Κι όταν λέω έλειψαν, εννοώ από την ποιότητα που ισοδυναμεί με αυτό το λογότυπο. Με ελάχιστες αναλαμπές-οι περισσότερες εξ αυτών εμπνευσμένες επανεκτελέσεις/διασκευές-οι Metallica ήταν απώντες από τα 90's. Συγκρτικά φυσικά με το γεγονός ότι για πολλούς είναι συνώνυμοι με τη μουσική επανάσταση των 80's, έτσι;

Πάμε τώρα στο ζουμί να αφήσουμε την παπαρολογία. Γιατί ο εν λόγω δίσκος είναι σημαντικός, γιατί τον θεωρούμε την επιστροφή της μπάντας εκεί που της αξίζει; Στο κάτω κάτω, η μουσική είναι υποκειμενική, υπάρχουν άνθρωποι που δε θα τους αρέσει και που τους άρεσε το "Reload". Δεκτόν, αλλά κάποια facts πρέπει να τα παραδεχτούμε:
  • Οι Metallica είναι μια HEAVY METAL μπάντα. Για να το πάω λίγο πιο πέρα ακόμα, είναι μια thrash metal μπάντα. Το "Nothing Else Matters" είναι κομματάρα, αλλά τα άλλα 11 τραγούδια του "Black Album" είναι καθαρό heavy. Το ίδιο ισχύει για τα "Fade To Black", "Welcome Home (Sanitarium)" κλπ.
  • Το "Death Magnetic" είναι αληθινό. Επιστροφή σε ακραίες φόρμες επεχείρησαν και με τον προηγούμενο δίσκο τους, με τα γνωστά "Τιτανικά" αποτελέσματα. Επιτηδευμένα χάλια ήχος, επιτηδευμένη ακρότητα, "θυμωμένο" εξώφυλλο. Αποτελέσμα; Μηδέν. Εδώ όμως, όλα βγαίνουν φυσικά. Κομμάτια 8 και 9 λεπτών κυλάνε σαν νερό. Ο ήχος είναι διαυγέστατος, χωρίς να χάνει ποτέ σε όγκο και δύναμη. Ακόμα και το λογότυπο είναι το παλιο! Σαν να ήξεραν και οι ίδιοι ότι "ρε σεις, αυτό ειναι. Μαλακίες κάναμε πριν."
  • Το "Death Magnetic" έχει ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ. Συνθέσεις τεράστιες, που βρίθουν έμπνευσης, με πάμπολλες μελωδίες και ρυθμούς η καθεμιά, με δυνατούς στίχους, με ατμόσφαιρα. Έχει καταπληκτική κιθαριστική δουλειά, ακόμα και τα drums είναι σε υψηλότατο επίπεδο και όχι απλά "καλά". Έχει ροή, έχει δυνατά και ρυθμικά κομμάτια, έχει ταχύτατους thrash δυναμίτες, έχει ατμοσφαιρικά μελωδικότερα κομμάτια, έχει ένα ΤΕΡΑΣΤΙΟ instrumental. Τα έχει όλα.
Φυσικά, για να μη βγουμε μετά Χριστόν προφήτες και για να μη μας πει και κανείς ότι γλείφουμε εκεί που φτύναμε, δεν αγιοποιούμε τίποτα από αυτά που κράζαμε. Εμείς όμως είμαστε οι πρώτοι που χαιρόμαστε για αυτό το album, ίσως και διπλά από αυτούς που περίμεναν έναν καλό δίσκο από την παρέα του Bay Area. Απλά πλέον σκεφτόμαστε διπλά πριν ξεγράψουμε τον οποιονδήποτε, πόσο μάλλον αυτούς που μας ανάθρεψαν μουσικά (σε ένα μεγάλο βαθμο, όχι μόνοι τους).

Υπάρχει ζωή μετά το θάνατο-μαγνητικό ή μη; Αν υπάρχει μια δισκάρα μετά το κάζο που λέγεται "St.Anger", όλα είναι πιθανά φίλοι μου. Το ημερολόγιο μου δείχνει 2001, δευτέρα γυμνασίου, το ημερολόγιο των Metallica δείχνει 1989 και 2008 ταυτοχρόνως και είναι πλέον πιθανόν ακόμα κι η Πανάθα να πάρει Champions League. Μέτα φόβου Cliff Burton (κάπου μέσα στο studio ήταν αυτός, κόβω το κεφάλι μου), ξαναφοράμε τα ακουστικά μας και...play. Phantom Lord forgive us our sins...with the four horsemen we ride or...you know.

P.S. Μεγάλο ευχάριστω στην...ξαδερφούλα μου. Ξέρει εκείνη. :*

Saturday, August 30, 2008

manifesto


Our emotional state of choice is Ecstasy. Our nourishment of choice is Love. Our addiction of choice is technology. Our religion of choice is music. Our currency of choice is knowledge. Our politics of choice is none. Our society of choice is utopian though we know it will never be.

You may hate us. You may dismiss us. You may misunderstand us. You may be unaware of our existence. We can only hope you do not care to judge us, because we would never judge you. We are not criminals. We are not disillusioned. We are not drug addicts. We are not naive children. We are one massive, global, tribal village that transcends man-made law, physical geography, and time itself. We are The Massive. One Massive.

We were first drawn by the sound. From far away, the thunderous, muffled, echoing beat was comparable to a mother's heart soothing a child in her womb of concrete, steel, and electrical wiring. We were drawn back into this womb, and there, in the heat, dampness, and darkness of it, we came to accept that we are all the same. We came to accept that we are all equal. Not only to the darkness, and to ourselves, but to the very music slamming into us and passing through our souls: we are all equal. And somewhere around 35Hz we could feel the hand of God at our backs, pushing us forward, pushing us to push ourselves to strengthen our minds, our bodies, and our spirits. Pushing us to turn to the person beside us to join hands and uplift them by sharing the uncontrollable joy we felt from creating this magical bubble that can, for one evening, protect us from the horrors, atrocities, and pollution of the outside world. It is in that very instant, with these very realizations that each of was truly born. We continue to pack our bodies into clubs, or warehouses, or buildings you've abandoned and left for naught, and we bring life to them for one night. Strong, throbbing, vibrant life in it's purest, most intense, most hedonistic form.
In these makeshift spaces, we seek to shed ourselves of the burden of uncertainty for a future you have been unable to stabilize and secure for us. We seek to relinquish our inhibitions, and free ourselves from the shackles and restraints you've put on us for your own peace of mind. We seek to re-write the programming that you have tried to indoctrinate us with since the moment we were born. Programming that tells us to hate, that tells us to judge, that tells us to stuff ourselves into the nearest and most convenient pigeon hole possible. Programming that even tells us to climb ladders for you, jump through hoops, and run through mazes and on hamster wheels. Programming that tells us to eat from the shiny silver spoon you are trying to feed us with, instead of nourish ourselves with our own capable hands. Programming that tells us to close our minds, instead of open them.

Until the sun rises to burn our eyes by revealing the distopian reality of the world you've created for us, we dance fiercely with our brothers and sisters in celebration of our life, of our culture, and of the values we believe in: Peace, Love, Freedom, Tolerance, Unity, Harmony, Expression, Responsibility and Respect.

Our enemy of choice is ignorance. Our weapon of choice is information. Our crime of choice is breaking and challenging whatever laws you feel you need to put in place to stop us from celebrating our existence. But know that while you may shut down any given party, on any given night, in any given city, in any given country or continent on this beautiful planet, you can never shut down the entire party. You don't have access to that switch, no matter what you may think. The music will never stop. The heartbeat will never fade. The party will never end. I am a raver, and this is my manifesto.


πηγή: www.psychedelic.gr

Tuesday, August 26, 2008

Ο Δρόμος Της Αρετής Και Της Κακίας


Δεν είμαι καλός στις εισαγωγές και μάλλον το έχετε παρατηρήσει, απλά έχω κάτι στο μυαλό μου και το φτύνω σε μια οθόνη, καλύτερα έτσι. Ο δρόμος της αρετής σε αυτή την περίπτωση είναι η ειλικρίνεια-χα, σας την έφερα, σκάρωσα πρόλογο από το πουθενά και φορτσάρω μόλις τώρα.

Έτυχε τις τελευταίες μέρες να πέσει στα χέρια μου (ή μάλλον στο pc μου) το άλμπουμ "L.A.X.", τελευταίο πόνημα ενός rapper που μου αρέσει πολύ ονόματι The Game. Πέρα από το ότι είναι εξαιρετικό στο είδος του, με έκανε να σκεφτώ κάποια πράγματα που τα έχω κάπως πιο καθαρά όσο ακούω περισσότερο και περισσότερο ΚΑΙ αυτό το είδος της μουσικής. Το εύκολο και αβίαστο πρώτο συμπέρασμα είναι πως ο καθένας μπορεί να γουστάρει τα πάντα, τι θα πει είμαι ροκάς κι είσαι hiphop-άς; Τα έχουμε ξαναπεί παλιότερα, πάει αυτό.

Το δεύτερο προέκυψε από το τι πραγματεύεται αυτή η μουσική ως θεματολογία και το πως αντιλαμβάνεται κανείς το περιεχόμενο της αυτό. Έμαθα νωρίς να ξεκοκαλίζω πολύ τη μουσική μου, να βλέπω τι είναι αυτό που τρώω πριν αποφανθώ αν μου αρέσει η γεύση- ή και παράλληλα, δεν είναι ζήτημα χρονικής συνέχειας. Έτσι έπραξα και ακούγοντας ένα στυλ μουσικής πολύ popular στις μέρες μας, που παίζεται στα μαγαζιά, το ραδιόφωνο κλπ. Έτσι έπραξα για να καταλάβω ότι το πώς το αντιλαμβάνονται οι πολλοί, δεν έχει καμιά σημασία με το πώς το αντιλαμβάνομαι εγώ. Κάπου λοιπόν μέσα στους στίχους του "L.A.X.", ανάμεσα σε νταλαβέρια ναρκωτικών, πιστόλια, σφαίρες, σκυλιά, συμμορίες, κακόφημους δρόμους, διαδρομές από τη φτώχεια στη χλιδή, εγώ ανακάλυψα μια άλλη διάσταση, μια διάσταση καθαρά προσωπική, μια διάσταση μέσα μου, μια αλληγορία του hustling (βλέπε www.urbandictionary.com-εν ολίγοις, hustling=προσπαθώ με κάθε τρόπο, κυρίως παράνομο) στη δική μου, τη δική σου, τη δική μας ζωή.

Εμείς που δεν είμαστε αφροαμερικανοί, ούτε γεννηθήκαμε στο Compton, ούτε είμαστε τόσο φτωχοί και αμόρφωτοι ώστε να αναγκαστούμε να μπλέξουμε σε συμμορίες για να ζήσουμε, τι εκλαμβάνουμε από το hiphop; Κάποιοι απλώς φοράνε τα φαρδιά τους και ονειρεύονται ότι η ζωή τους είναι έτσι, ότι είναι μάγκες γκανγκστέρια και γαμάνε γενικά-χα, αλήθεια; Όπως λέει ο δημιουργός λοιπόν στο "L.A.X. Files", "this ain't no movie dogg". Αυτό που αναρωτήθηκα εγώ είναι "πες ότι ήσουν έτσι, εκεί, τι θα έκανες για να τα βγάλεις πέρα;" Κάποιος θα πει, "εγώ θα διάβαζα πολύ, θα έμπαινα στο πανεπιστήμιο και θα γινόμουν κάτι σημαντικό, θα έβγαζα λεφτά και θα την κοπάναγα από τα ζόρια." Μέσα είσαι μεγάλε, καλώς ήρθες δεξιά, αυτός είναι ο δρόμος της αρετής. Ο οποίος ως γνωστόν είναι πιο δύσβατος, οπότε αν κατάφερνες να μη σε λυγίσουν τα -ακόμα και σήμερα- σχολεία τίγκα στη φυλετική διάκριση, η φτώχεια, η πείνα, η ανέχεια, θα έφτανες μετά βαΐων και κλάδων στην επιτυχία, σε κάποια καλή οικονομική κατάσταση, στην επιβίωση (και βάλε) εν τέλει.

Ο δρόμος της κακίας είναι το όπλο, he who lives by the gun, will die by the gun. Είναι λιγότερο δύσβατος, αλλά γι'αυτό και είναι πιο επικίνδυνος, τον ταξιδεύουν πολλοί και σκάρτοι. Όταν όμως γουργουρίσει το στομάχι σου για πέμπτη-έκτη μέρα, όταν το σχολειό δεν πληρώνει το νοίκι κι ο πατέρας σου είναι φευγάτος, dog eats dog, ποιος τις γαμάει τις ηθικές αξίες; Είναι κακό να πουλάς ναρκωτικά, όχι γιατί είναι παράνομο, αλλά γιατί σκοτώνεις κόσμο. Προτιμάς να πεθάνεις εσύ; Η μάνα σου; Τα αδέρφια σου; Όταν πεινάσεις, θα κάνεις τα πάντα. Και δεν υπάρχει καμιά "κακία" σε αυτό. Στο να επιβιώσεις.

Στη δική μας την περίπτωση, τη δική μας τη ζωή, το σταυροδρόμι βρίσκεται καθημερινά και σε πολλές πτυχές της καθημερινότητας μας. Εκεί υπάρχει μια μεγάλη επιλογή, και κανένας δεν μπορεί να σιχυριστεί ότι βαδίζει στην αρετή κατ'εξακολούθηση. Τελικά όμως, το ζήτημα δεν είναι η αρετή ή η κακία. Φυσικά και ο σκοπός δεν αγιάζει πάντα τα μέσα, όμως δεν έχουμε βρεθεί (κανένας μας) σε θέση που ο σκοπός να αγιάσει ακόμα και το όπλο. Στα δικά μας τα μέτρα, στα δικά μου τα μέτρα, αυτό που αποκομίζω από αυτή τη μουσική είναι η διάθεση να προσπαθώ πάντα να καταφέρω αυτό που θέλω. Την αρετή ή την κακία θα τη διαλέγω μόνος μου, αλλά ακόμα και γι'αυτό θα είμαι περήφανος, ακόμα κι αν καταλάβω ότι έκανα λάθος. My hood may not be on the real dark side of th track, but somedays the sky's really black. Όπλο δεν έχω κι ας φωτιστώ να μη χρειαστεί να αποκτήσω ποτέ, έχω δικά μου "όπλα" όμως και θα ζήσω από αυτά. Κι ας πεθάνω εξαιτίας τους. I'd rather die like a man, than live like a coward. Αυτό καταλαβαίνω εγώ από το hiphop.

Sunday, August 17, 2008

Κατά Τον Δαίμονα Εαυτού


Η ιστορία -ή, πιο σωστά, η μυθολογία- που περιλαμβάνει και περικλείει το όνομα James Douglas Morrison (για τους φίλους Jimbo) είναι, για τους περισσότερους, έστω και λίγο υποψιασμένους, γνωστότατη. Σε συζητήσεις σε rockάδικα στέκια, σε ταινίες (τσεκάρετε το πολύ αξιόλογο "The Doors" του Oliver Stone με τον θεό Val Kilmer) και όπου μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους, ο αγαπημένος Jim έχει συζητηθεί τόσο, που είναι αμφίβολο αν έχει βρει ησυχία εκεί κάτω (πάνω;) τόσα χρόνια. Τι λέτε ρε; Και ποιος μπορεί να ισχυριστεί -και να γίνει και πιστευτός- ότι αυτός ο άνθρωπος ΉΘΕΛΕ ησυχία; Πέθανε 27 χρονών το 1971, άρα αν κάνετε τα μαθηματικά σας, σήμερα θα ήταν 61. Και ζωντανός να ήταν, ησυχία δε θα είχε βρει.

Αυτό που πιστέυω αξίζει να συζητηθεί και να συζητιέται εις τους αιώνας των αιώνων, δεν είναι αν έβγαλε το πουλί του στη σκηνή στο Miami το '69 ή το παραλήρημα του κατά το "The End" και τη σχετική φιλολογία με τις ζωντανές εμφανίσεις στο Whisky-a-go-go. Αυτό που πρέπει ουσιαστικά να αναρωτηθούμε είναι ΤΙ θα ήταν το rock'n'roll εν γένει χωρίς τον Morrison. Διόρθωση. Τι θα ήταν το rock'n'roll χωρίς τους Doors; Φτωχότερο; Αναμφίβολα. Ρηχότερο; Πιο αναμφίβολα. ΞΕΔΟΝΤΙΑΣΜΕΝΟ; 100%.

Ο Morrison υπήρξε ο αρχετυπικός, ο πρώτος, ο αυθεντικός rock'n'roll frontman στην ιστορία της μουσικής. Από αυτό εδώ το ταπεινό βήμα που μας δόθηκε θα το λέμε μέχρι να μας πέσουν τα ούλα, ότι δεν νοείται η έννοια του rock χωρίς τα κοσμητικά "προκλητικό", "ανατρεπτικό", "ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ". Μέσα στην κοινωνία της Αμερικής των '60's, λέγε με drug culture, hippie culture, beatniks, ο Morrison έμοιαζε από άλλη εποχή. Το παράξενο ήταν πως ήταν ΠΑΝΤΑ από άλλη εποχή, όσα χρόνια κι αν πέρασαν ή θα περάσουν, η Morrison εποχή δεν ήρθε ποτέ σε αυτόν τον κόσμο. Τα τυπικά psychedelic/hippie συγκροτήματα της εποχής φορούσαν τα λουλουδάκια τους, τις καμπανούλες τους, και τραγουδούσαν τις αγαπούλες τους. Την ίδια στιγμή ο Morrison και οι Doors επέλεγαν όνομα συγκροτήματος παρμένο από το "The Marriage Of Heaven And Hell" του William Blake, και έφερναν επανάσταση σε όλα τα επίπεδα της μουσικής και της σκέψης. Για όνομα του Γιαχβέ δηλαδή, δεν νομίζω ότι θα μπορέσει κάποιος να φανταστεί τόσο μεγάλο συγκρότημα χωρίς άνθρωπο να παίζει μπάσο, πως να το κάνουμε δηλαδή.

Το τελευταίο κομμάτι του puzzle λοιπόν, μετά από έναν ιδιοφυή πληκτρά (που έπαιζε τις μπασογραμμές με το ένα χέρι και τη μελωδία με το άλλο), έναν βαθιά jazz influenced κιθαρίστα και έναν στακάτο rock drummer, ήταν ένας τραγουδιστής με προσωπικό στυλ ερμηνείας, ξηγημένους στίχους και συμβολική για τη μπάντα παρουσία. Ε, οι Doors είχαν έναν τραγουδιστή που κ α ν έ ν α ς δεν μπορεί να ακουστεί σαν αυτόν, που ταυτόχρονα ήταν ποιητής και απλά larger than fucking life επί σκηνής. Έναν τραγουδιστή που όρισε το πως πρέπει να τραγουδιέται και να παρουσιάζεται επί σκηνής το rock'n'roll, που όρισε (μαζί και με άλλους μεγάλους, φυσικά) το "live fast, die young" lifestyle, και που στην τελική, έδωσε σε αυτή τη μουσική τα πραγματικά της όπλα για να κατακτήσει τον κόσμο. Την έκανε επικίνδυνη, προκλητική απέναντι στον συντηρητισμό της εποχής, προκλητική με έναν τρόπο διαφορετικό από το αχαλίνωτο και ανεξέλεγκτο "sex, drugs and rock'n'roll" κλίμα των '60's. Προκλητική στην ουσία και όχι στη βιτρίνα της, γιατί ο Jimbo δεν έπαιζε θέατρο στη σκηνή για να πουλήσει τρέλα. Έβγαινε αυθεντικά πιωμένος, μαστουρωμένος, ΦΤΙΑΓΜΕΝΟΣ είτε από τη μουσική είτε από τα "άλλα" και τους έφτυνε στα μούτρα.

Ίσως να μπορείτε να φανταστείτε το rock'n'roll χωρίς ένα "Alabama Song" ή ένα "The Spy". Σίγουρα όμως, όλοι εμείς (εσείς) δε θα είχατε ερωτευτεί παράφορα αυτή τη μουσική αν δεν είχε υπάρξει αυτός ο άνθρωπος να τη μπολιάσει με αυθεντική τρέλα, μια και για πάντα. Από εκεί και πέρα, ήταν επόμενο και θέμα χρόνου να ακολουθήσουν. Oι Bon Scott, Ozzy Osbourne, Robert Plant, Lemmy, Wendy O Williams, Motley Crue, Guns'n'Roses πήραν τη σκυτάλη, ο καθένας στον καιρό του, ταξίδεψαν μέσα στο χρόνο αυτό που άρχισε ο Jim.

Στο τέλος, όλοι δυό μέτρα γης παίρνουν. Τα λουλούδια πάνω στον τάφο σου όμως, τα σημειώματα, και οι δεκάδες άνθρωποι που έρχονται να δουν που σε χώσανε, ακόμα κι αν δεν είσαι πια εκεί, σημαίνει όχι πως ήσουν μόνο κάτι σημαντικό όσο ήσουν όρθιος, αλλά πως αυτό το σημαντικό πέρασε με επιτυχία στους επόμενους όρθιους. Και ήρθαν απλά να σου πουν "ευχαριστώ". Rest In Peace; Ε όχι δα.

Thursday, August 14, 2008

Time Travelling Blues


Πόσες φορές έχεις βρει τον εαυτό σου να ταξιδεύει στο χρόνο; Αναρωτώμενος, τελικά, τι είναι ταξίδι και τι είναι χρόνος; Θέλοντας, είτε να αποδράσεις από ένα ζόρι, είτε να επιμηκύνεις ένα από τα διαστήματα ζωής που συνθέτουν τον όρο "ευτυχία", ώστε να διαρκέσει, να διαρκέσει, να μην τελειώσει...;

Ο χρόνος είναι μια έννοια, κατ'εμέ, έντονα υπερτιμημένη. Ή μάλλον, για να το θέσω λίγο πιο εύστοχα, μια έννοια που ως άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε εσκεμμένα λανθασμένα. Πολλοί επιστήμονες θεωρούν το χρόνο ως την τέταρτη διάσταση (μετά τις τρεις που αποτελούν την έννοια του χώρου, εξ ου και η συσχέτιση χώρου και χρόνου). Άλλοι, λιγότερο βιβλιοφάγοι και πρακτικοί, αρκούνται στο ότι "όλα είναι ένας κύκλος" και αντιλαμβάνονται το χρόνο έτσι, περιμένοντας -με προσμονή ή φόβο- την επόμενη στροφή. Αυτό που όλοι κάνουμε επίτηδες λάθος είναι ότι ορίζουμε το χρόνο μαθηματικά. Αυτό μπορεί να είναι χρήσιμο στην επιστήμη, όμως καταλήγουμε να κανονίζουμε τις ζωές μας με βάση μέρες, ώρες, λεπτά. Με βάση αριθμούς που οι ίδιοι επινοήσαμε παλαιόθεν, καταλήξαμε να καταδυναστεύουμε τη ζωή μας με ρολόγια, προσπαθώντας να προφτάσουμε, να κερδίσουμε χρόνο, την έννοια του χρόνου που εμείς δημιουργήσαμε για να διευκολυνθούμε-υποτίθεται.

Τελικά, μήπως δεν υπάρχει χρόνος; Εννοώ χρόνος αντικειμενικός, απαλλαγμένος από ανθρώπινη λογική. Κι αν υπάρχει, μήπως δεν διαιρείται σε ώρες, λεπτά και δευτερόλεπτα, αλλά είναι ενιαίος, συνεχής και ατελείωτος; Διότι μπορεί για τον καθένα μας ο χρόνος να τελειώνει με το θάνατο (δεν το ορκίζομαι κιόλας), αλλά για τους υπόλιπους συνεχίζει κι όταν έχουμε φύγει.

Ας υποθέσουμε ότι δέκα διαφορετικοί άνθρωποι βρίσκονται για ένα χρονικό διάστημα σε ένα πολύ δυσάρεστο γι'αυτούς μέρος και εν συνεχεία σε ένα πολύ ευχάριστο (η σειρά δεν έχει σημασία). Πιστεύω πως θα συμφωνήσετε ότι όλοι θα έχουν την αίσθηση ότι στη μία περίπτωση το χρονικό διάστημα συρρικνώθηκε, ενώ στην άλλη ξεχείλωσε. Φυσικά, μαθηματικά μιλώντας, αυτό δεν ισχύει. Αλλά γιατί να μετράει η μαθηματική αντίληψη του χρόνου στις ζωές μας αντί του πως αντιλαμβανόμαστε εμείς το χρόνο; Δύο άνθρωποι παίρνουν διαζύγιο. Το πρώτο σχόλιο όλων -συμπεριλαμβανομένων και των ιδίων- θα είναι "χώρισαν μετά από π.χ. 25 χρόνια γάμου". Γιατί λοιπόν να μη μας ενδιαφέρει ΤΙ συνέβη σε αυτά τα χρόνια, αντί να αρκούμαστε στη διάρκεια αυτή καθεαυτή;

Κι επειδή η δουλειά μας ως ερασιτέχνες γραφιάδες μας επιβάλλει να τραβάμε τα θέματα από τα μαλλιά (ενίοτε και από τα αρχίδια), εικάζω το εξής: Η παρούσα θεώρηση του χρόνου πηγάζει από την ίδια έμφυτη τάση υποταγής του ανθρώπου που δημιουργεί και την πίστη σε κάποια θρησκεία-πανάθεμα τον δουλοπρεπή άν-θρωπο που θρώσκει και άνω. Εφόσον δεν μπορούμε να αποδεχθούμε κάτι (στη συγκεκριμένη περίπτωση, το θάνατο), το αποδίδουμε σε κάτι αόρατο και ανώτερο μας. Εφευρίσκουμε ένα σύστημα μέτρησης του πόσο αντέχει ο καθένας -και το καθετί εν γένει- πριν πεθάνει, ώστε να ορίσουμε την αξία του. Δεν ξέρεις πως φτιάχτηκε ο κόσμος; Τον έφτιαξε ο καλός θεούλης. Δεν ξέρεις γιατί πεθαίνεις; Σε παίρνει ο πατέρας χρόνος.

Ζήτημα έτερον. Η μορφή του χρόνου. Πρόκειται για έννοια, και δη εφευρεθείσα από τον άνθρωπο, επομένως είναι κάπως παράδοξο να μιλάμε για το σχήμα μιας έννοιας. Ή όχι; Ας δούμε τις παρακάτω επιλογές:

  • Εάν ένα γεγονός που συνέβη τη χρονική στιγμή Α, είναι πιθανόν να επαναληφθεί τη χρονική στιγμή Β, τότε ο χρόνος είναι κυκλικός.
  • Εάν το παραπάνω θεωρείται αδύνατον, τότε ο χρόνος είναι γραμμικός-κάθε στιγμη είναι εντελώς διαφορετική από τις προηγούμενες της.
Σοβαρά τώρα, δεν είχατε ποτέ σας deja-vu;

Η δική μου άποψη τείνει κάπου στη μέση των δύο. Το σχήμα του χρόνου είναι πιθανότερο να είναι σπειροειδές. Η ιστορία επαναλαμβάνεται όπως λένε, άλλα οι κύκλοι απέχουν ένα χ διάστημα, που σημαίνει πως τίποτα δεν είναι, λόγω συνθηκών, απολύτως ίδιο. Τώρα περί ονείρων, προφητειών και deja vu, μάλλον δεν περιμένατε εμένα να σας διαφωτίσω όταν ερίζει το σύνολο του επιστημονικού κόσμου, σωστά;

Για να καταλήξω τη φλυαρία μου κάπου, μήπως έχουμε στρίψει κάπου λάθος; Μήπως χάνουμε την ουσία της ζωής μας προσπαθώντας να ισορροπήσουμε τις διάρκειες των πραγμάτων/σχέσεων/καταστάσεων που μας περιβάλλουν; Σκεφτείτε έναν κόσμο που κανείς δεν αργεί στα ραντεβού, γιατί δεν υπάρχει "δεκάλεπτο". Υπάρχει η ζωή μου, κι η ζωή σου, κάποτε θα συμπέσουν. Γάμα το πότε και το για πόσο θα συμπέσουν, και κοίτα να περάσουμε καλά.

"Time is an illusion..." - Warrel Dane, "Epitaph"

Tuesday, July 8, 2008

Life Gambler II



Ξυπνάω, ανοίγω τα μάτια, είναι πάλι απόγευμα, ένα ακόμη πρωινό καταναλώθηκε έτσι σα να μην υπήρξε ποτέ. Κάνω τον κόπο και σηκώνομαι λες και έχω κάτι καλύτερο να κάνω, δεν τολμάω καν να ανοίξω την τηλεόραση, φοβάμαι πια, φοβάμαι μη μου ρουφήξουν βίαια ότι μου απέμεινε, και το φυλάω καλά δεν έχω παράπονο. Πρώτη μου κίνηση κοιτάω τον καθρέφτη, ναι ναι αυτό το αντικείμενο λατρείας σαν μαγικό "artifact"(δε το μεταφράζω στα ελληνικά υπό το φόβο του fixit) όχι δεν έχω διάθεση ανάλυσης της ποιητικής εικόνας ενός καθρέφτη, το μόνο που βλέπω είναι στίγματα από οδοντόκρεμα. Κάτι σαλεύει στο στομάχι, το οποίο θυμίζει οργωμένο χωράφι. Α ναι θυμήθηκα τζιν λεμόνι ούτε ένα ουίσκι δεν μπορέις να πιεις πλέον, μας το κόψανε και αυτό, διότι τρομάζεις και στην ιδέα τι μπορεί να σου φέρουν παραγγέλνωντας ένα ουίσκι με πάγο. Για αυτό καταφεύγω στο τζιν ανακατεμένο με λεμόνι έτσι για να μην καταλαβαίνω αν είναι φόλα η όχι. Κάνω την χάρη στον εαυτό μου να φάω κάτι πριν πιω καφέ έτσι για να με κρατήσει. Νιώθω ωραία έχοντας φάει και πίνοντας καφέ σ' αυτό το σημείο πιστεύω ξεκινάει η μέρα μου, πια μέρα δηλαδή άρχισε ήδη να σκοτεινιάζει. Μία περίεργη αίσθηση άρχισε να γίνεται αντιληπτή, κάπως πρέπει να τζογάρω, συνήθισα να σπάω την μονοτονία αυτής της πόλης ποντάροντας στρογγυλά πλαστικά κομμάτια.

-Τα ρέστα μου.

-Τα βλέπω.

Friday, July 4, 2008

Αυτή Η Πόλη Σκοτώνει Ανθρώπους

05-11-2005

Βγήκα από την εξώπορτα της πολυκατοικίας μου με τα χέρια στις τσέπες. Κοίταξα, σαν κάτι σάπιους ήρωες από κάλτ ταινίες, πέρα μακριά, σαν να στοχαζόμουν κάτι, το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον, τις θέσεις των άστρων, των πλανητών και του ΚΤΕΛ που έφευγε.

Σκατά.

Δε στοχαζόμουν τίποτα, απλά έβλεπα το βάθος του οροπεδίου, αυτού του καταραμένου μέρους, να μην οδηγεί πουθενά. Ορίζοντας χωρίς θάλασσα είναι σαν νεκρός ορίζοντας-έτσι λένε. Σαν κλουβί...Τι βρωμάει έτσι ρε πούστη μου;

Σκατά.

Κανονικά αυτή τη φορά. Και δε με ενοχλούν αυτά των ζώων, που αποφάσισαν να ανακουφιστούν στο χωράφι απέναντι από το σπίτι μου, εκεί τα έφεραν εκεί θα χέσουν τα ζωντανά. Τα άλλα είναι τα ανυπόφορα. Στο μυαλό των ανθρώπων.

Κοίταξα τον εαυτό μου στο τζάμι της εισόδου, είχε πάρει να δροσίζει, κι όταν λέμε να δροσίζει σ’αυτό το μέρος, εννοούμε κρύο να σε τρυπάει και να σε γυρνάει το μέσα έξω, για να σιγουρευτεί ο καριόλης ο χειμώνας ότι παγώνεις παντού. Σήκωσα την κουκούλα, σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου θα το έκανα για στυλάκι, εδώ απλά κόντευαν να πέσουν τα αυτιά μου από τον αέρα. Έβαλα ξανά τα χέρια στις τσέπες, σ’αυτό το αιώνιο στρατιωτικό παντελόνι, μισογέλασα. Φανταριλίκι πριν την ώρα του, δυσμενής μετάθεση στο σιφώνι της ζωής.

Έχει παγώσει ακόμα και το χιούμορ μου γαμώτο.

Ο κεντρικός δρομ..-ποιος κεντρικός ρε μαλάκα; Αυτός είναι μια λωρίδα ανά κατεύθυνση και σταματάνε με αλάρμ όπου βρουν, ούτε στο στενό του σπιτιού μου back there δεν το κάνουν αυτό. Αυτό το μακρύ κομμάτι ασφάλτου όπως και να ‘χει, είχε παραδόξως ηρεμήσει για αυτή την ώρα της ημέρας. Το απόγευμα. Πάντα μου άρεσε αυτή η ώρα της ημέρας, έπεφτε ο ήλιος, είμαι και ρομαντικό αγόρι, επέφτε η ζέστη το καλοκαίρι, μόνο το φροντιστήριο μου τη χάλαγε- όταν είχα και όταν δεν την κοπάναγα. Τώρα απόγευμα είναι η ώρα που ξυπνάω, γιατί δεν είχα (πάλι) τίποτα να κάνω το βράδυ και ξενύχτησα να χαζολογάω στο PC. Με ένα κεφάλι καζάνι από τον φρικτό ύπνο της ημέρας, αυτόν που σε ζαλίζει με τη φασαρία χωρίς να το καταλαβαίνεις, και ξυπνάς ηλίθιος, κουρασμένος ακόμα κι αν έχεις κοιμηθεί 15 ώρες. Ή μάλλον, ειδικά τότε.

Έσυρα τα πόδια μου προς το κέντρο, κάποιος καφές με περίμενε σε μια από τις πιθανές καφετέριες, στάσου, σε ποια μου είχαν πει ότι κάθισαν; Μικρό το κακό, το πολύ πολύ να τις πάρω όλες σβάρνα, τόσες που είναι θα είναι λιγότερο κουραστικό κι από το να βγάλω το χέρι μου στο κρύο για να ξαναδιαβάσω το SMS.

I walk for what it seems to be a lifetime, που έλεγε κι ο Quorthon.

Τι με κοιτάζει περίεργα αυτός ο τύπος ρε συ, δεν έχει ξαναδεί άνθρωπο με κουκούλα; Κρύο κάνει, τι να φορέσω, παναμαδάκι; Ή ψάθινο με κορδέλα ολόγυρα; Κλότησα νευρικά κάτι χαλίκια στις πλάκες του πάρκου, άστο καλύτερα, αυτοί είναι ικανοί να με κοζάρουν στραβά ακόμα και γι’αυτό, (λες και) τους κάθομαι στο σβέρκο. Τελικά όμως, εγώ τους κάθισα στο σβέρκο, ή αυτοί με θρόνιασαν εκεί πάνω; Εγώ διάλεξα να έρθω εδώ χάμω, ή αυτοί διάλεξαν να μας φέρουν εδώ χάμω; Μπερδεύτηκα, θέλω καφέ. Η επίδραση της νταμιτζάνας κρύου Νες (αλλά όχι φραπέ, προσέξτε πατέντα, σαν ζεστός αλλά με νερό βρύσης) που έριξα στην καταπιώνα μου προχθές το βράδυ, μπας και καταφέρω να μείνω ξύπνιος και να τελειώσω την εργασία C, σχεδόν τελείωσε. Τρέμω. Προσεύχομαι να είναι από το κρύο και μην έχω εθιστεί ακόμα ΚΑΙ στον καφέ. Μου φτάνουν οι ντρόγκες μου, δε θέλω άλλη μία. Κι από αυτή δε νομίζω να μπορώ να αποτοξινώνομαι ακούγοντας μουσική.

Εισέπνευσα βαθιά, ένα γερό χαρμάνι παγωνιάς, βροχής που πλησιάζει και μοναξιάς. Αυτή η πόλη σκοτώνει ανθρώπους. Σε παρακαλώ, starkie, μην την αφήσεις να σε πάρει από μένα.