Sunday, May 25, 2008

The Age Of Innocence


Κυριακή πρωί, εντάξει όχι ακριβώς πρωί, έχω αρκετά χρόνια να το καταφέρω αυτό. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και σκέφτηκα, "Ει, τι μέρα είναι σήμερα;"

Είναι Κυριακή πρωί.

Κάποτε όμως, η Κυριακή πρωί δεν ήταν κάτι άλλο;
Δεν ήταν μαραθώνιος παιδικών, και μετά formula 1, η πραγματική formula 1 όμως, με Senna, Mansell, Hill και τους λοιπούς; Και μετά μπάσκετ, Sega Mega Drive κι ας κοιμόσουν νωρίς το βράδυ-φυσικά αδιάβαστος, τι να διαβάσεις, Εμείς Κι Ο Κόσμος ή ιχνογραφία;

Τώρα ξύπνησες δύο το μεσημέρι, κι από το σαλόνι ο Τάκης Πουρναράκης τσιρίζει επειδή ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ είδαμε βροχή στο Μονακό και καναδυό από τους σημερινούς οδηγούς θα τα βρουν ψιλομπαστούνια από τη γλίστρα και ΙΣΩΣ δούμε αγώνα της προκοπής. Τα παιδικά έχουν τελειώσει εδώ και ώρες - ή μήπως εδώ και χρόνια; Στο μυαλό σου πια κατοικούν άλλα πράγματα. Κατοικεί ακόμα όμως αυτός ο μυστήριος κέρινος δίσκος που ονομάζεται ΜΝΗΜΗ. Η μνήμη, έγραφε κάποτε ο Πολίτης στο Drive, μοιάζει με πλάκα από κερί. Οι περισσότερες χαρακιές μοιάζουν με μικρά σημαδάκια, και στο πέρασμα του χρόνου η βελόνα αδυνατεί να τις εντοπίσει, ώσπου χάνονται εντελώς. Υπάρχουν όμως κι αυτές, που μοιάζουν με αυλάκια, και η βελόνα μέσα τους σκαλώνε και σκαλώνει και θα σκαλώνει εσαεί, μέχρι το τέλος. Μάλλον...

Μόλις έχω ξυπνήσει και το μυαλό μου λειτουργεί ακόμα πιο παράδοξα και ασυνάρτητα από ότι κανονικά. Που σημαίνει ΠΟΛΥ παράδοξα και ΠΟΛΥ ασυνάρτητα. Οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό, όσο προσπαθώ να προσαρμοστώ στο περιβάλλον του...ξύπνιου.

Ωπ, τι είναι αυτό που μου ήρθε τώρα;
Πρωτομαγιά του 1994. Κάθομαι στον καναπέ, η φωνή κάποιου εκφωνητή ταράζει το μεσημέρι του σπιτιού.

Η μνήμη μου σκαλώνει σε ένα βαθύ σημείο.
Η παλιά Ίμολα. Η Williams εκσφενδονίζεται ευθεία από την Tamburello και καρφώνεται στον τοίχο.
Μέχρι την ώρα που η κάμερα πλησιάζει στο μονοθέσιο, ο ήρωας ζει.
Επιθανάτιος ρόγχος, το κεφάλι του έγειρε στο πλάι.
Ο ήρωας έφυγε.
Η μνήμη μου θα σκαλώνει πάντα εκεί.

Γιατί μου ήρθε αυτό τώρα;

Ξέρω γιατί μου ήρθε. Είναι γιατί ξέρω πως εκείνη η εποχή-με όλα τα καλύτερα και τα χειρότερα της-, σεμνά και ταπεινά, χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς να το καταλάβει κανένας, έχει περάσει στη σφαίρα της μνήμης. Οριστικά στο παρελθόν. Μαζί, και οι ήρωες της. Οι ήρωες μας ως παιδιά.

Πάω προς το σαλόνι, σήμερα θα δω Grand Prix ακόμα κι αν γίνει ο πιο βαρετός αγώνας που έγινε ποτέ. Σήμερα θα κάνω βουμ-βουμ με το στόμα στα κουρσάκια και θα φάω φράουλες μέχρι να με πιάσει κόψιμο. Έστω για δυό ώρες, όσο διαρκεί μια βρεγμένη κούρσα...

Ο Senna πέθανε.
Ο Hakeem έγινε άγαλμα.
Ο Batistuta γέρασε.
Και η εποχή της αθωότητας ξεθωριάζει....σαν ένα παλιό όνειρο.


Tuesday, May 13, 2008

Η λογοκρισία στα χρόνια της "δημοκρατίας"

Sunday, May 11, 2008

The Downward Spiral


Ομηρικές μάχες για ένα μπιτόνι ή πολλές φορές και ένα πλαστικό μπουκάλι βενζίνη. Μάνα, που ζω; Πόσο απέχει η Αγκόλα, πόσο η λειψυδρία, πόσο ο πόλεμος του νερού και του φαγητού;
Πίσω από την πόρτα σου, οι λίγοι οπλίζουν κι οργανώνονται να σπάσουν πόρτες. Νομίζεις πως μπορείς να ακούσεις την ανάσα της κατάρας του νεοφιλελευθερισμού στο διάδρομο σου. Ακόμα και στην Ευρώπη που σου τάξανε για μέτρο προόδου, οι μισθωτοί αγκομαχούν για να τα βγάλουν πέρα, το κεφάλαιο και η συγκεντροποίηση του δεν έχει πατρίδα ρε φίλε.

Η δουλειά δεν είναι ντροπή, λένε. Είναι μαλακία. Ή μάλλον θα ήταν μαλακία, αν όντως υπήρχε. Γιατί πουλάς τη ψυχή σου στο διάολο, τον κώλο σου στο παζάρι για να αποκτήσεις τα εφόδια μέσω μιας σάπιας εκπαίδευσης, για να φας τη ζωή σου ψάχνοντας να τη βρεις. Κι όταν υπάρχει, σε αναγκάζει να καταργείς ο ίδιος αυτά που γιορτάζεις την Πρωτομαγιά στην εξοχή με τα παιδάκια σου-όταν φυσικά ξέρεις τι γιορτάζεις, έτσι; Αφού δε βγαίνεις αλλιώς ρε φίλε, το ξέρω, μη μου παραπονιέσαι.

Μη μου παραπονιέσαι όμως και για αυτούς εξαιτίας των οποίων στήθηκες 4 ώρες στο βενζινάδικο, σαν στους πρόποδες του Τρίτου Κόσμου. Οι απεργοί; Χα, αύριο θα είσαι εσύ που θα την κάνεις, και θα σε καταριούνται αυτοί που θα κρατάς ομήρους. Δεν το βλέπεις; Μας βάζουν να κατηγορούμε ο ένας τον άλλο. Όπως όταν μας κάψανε ζωντανούς-τα ξέχασες; "Το πράσινο καίει πράσινο". Τα έλεγα και τότε, νόμιζες βαρέθηκα να σου φωνάζω; Όχι δα. Πρώτα εσύ θα βαρεθείς να με ακούς, πριν σωπάσω εγώ.

Κι η Ευρώπη που σου τάξανε, μια κλίμακα χάος πάνω από εσένα. Δήμαρχοι-φυσικοί απόγονοι του φασισμού, αιρετές νεοφιλελεύθερες χούντες παντού, βασιλιάδες-ΜΑ,ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ; Εκατοντάδες χρόνια, δεν έχεις απαλλαγεί από τα αυτονόητα;
Το πετρέλαιο, λες και είναι χρυσάφι. Και μετά, θα 'ναι σαν να είναι ανθρώπινη ζωή, ανεκτίμητο, αίτιο πολέμου. Λένε πως, σαν έχεις γεμάτο το στομάχι, όλα σου φαίνονται εύκολες αμπελοφιλοσοφίες και κουβεντούλα να περνάει η ώρα. Λένε πως αν δεν πεινάσεις, όπλο δεν πιάνεις στο χέρι. Ε, θα σε κάνουνε να πιάσεις, να το ξέρεις. Αν όχι αύριο, τότε μεθαύριο, κι αν όχι τότε, τότε κάποτε.

We are falling over the ends of the earth
So gather your sons and daughters before you
And tell them that these are the final days of all
Preach to the paupers
And sing to the slaves

I see you've chosen to loose your faith
To burn your bridges and lose your way
From mountain top to valley deep
From shore to cursed shore
What Nation, what State what Land is this?
The wretched Tribe of Nero...

Sing Sing Sing to the Slaves
Sing to the Slaves that Rome Burns

Are our bones not dust?
Is our Blood not Poison?
On my knees in the black light
Praying for Salvation, bitter Redemption
So throw your dice and cast your shadow
You may look away
But your children will not...


Όταν κοιτάς από ψηλά, σαν ζωγραφιά σου μοιάζει άλλα δε βλέπεις και τι ακριβώς. Είναι σκούρο όμως, έτσι δεν είναι; Έχεις χρόνο πριν πέσεις, δεν πέφτεις ευθεία αλλα σε κύκλους. Προετοιμάσου. Μάθε τι έρχεται. Πριν σου σπάσουν την πόρτα να μπουν μέσα, εσύ να τους περιμένεις και να μη σε πάρουν με κάτω τα χέρια.
Όχι πάλι, ρε γαμώτο.
Όχι πάλι.

Tuesday, May 6, 2008

Reise, Reise: Gedanken


Kapitel I: Die Flucht

Καταμεσήμερο στον τόπο της φυγής. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν, ας ήξερα μόνο τι σκέφτονται...Τι είναι η φυγή τους, λύτρωση, λύπηση, ανάγκη, μαρτύριο; Είναι το ταξίδι μέσα τους, ή απλά το σώμα τους αλλάζει μέρος όπου σαπίζει αργά, απρόθυμο να ΦΥΓΕΙ πραγματικά, να ζήσει, να καεί σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά;
Καταμεσήμερο στον τόπο της φυγής. Η φυγή είναι μία, δεν συζητιέται, δεν ερμηνεύεται, δεν εξηγείται.
Μόνο βιώνεται.

Kapitel II: Blitzliebe

Κάτι είναι στον αέρα, δεν ξέρω αν φταίει το φευγιό, δεν ξέρω αν φταίει τούτη η πόλη ή η άλλη που ώρες ώρες με πνίγει αδυσώπητα. Κάτι είναι στον αέρα και με κάνει να ξυπνάω αδιαμαρτύρητα από τα χαράματα, και περπατάω ώρες ατελείωτες μέσα σε άγνωστους δρόμους χωρίς να νιώθω κούραση στο σώμα, και διψάω να μάθω, να μιλήσω, να χαθώ. Να σωθώ. Να πάρω όποιο μετρό βρω και να κατέβω όπου μου αρέσει το όνομα του σταθμού, σε μια γλώσσα που δε γνωρίζω. Εδώ δε με ξέρει κανένας, ό,τι και να κάνω, ό,τι και να πω, όπου και να βρεθώ.

Kapitel III: Stadte In Stein

Χάθηκα σε αυτούς τους δρόμους, ένας επιβάτης ξένης γλώσσας. Ο ήλιος δύει στην ίδια γλώσσα, και ανατέλλει πάλι ο ίδιος.
Δεν υπήρξε μεγάλο σχέδιο για να φτάσω σε αυτό το σημείο. Ούτε απόλυτες, δεδομένες αλήθειες. Δεν μας χάραξαν σε πέτρα.
Έστειλε τον ήλιο να με γιατρέψει.
Έστειλε το φεγγάρι να με οδηγήσει.
Κι όταν οι λέξεις με πρόδωσαν, έτσι, ξάπλωσε πλάι μου.
Μερικές φορές φτάνω να σκέφτομαι το παρελθόν, όταν έχω πιεί ένα ή δυό ποτήρια.
Ποιος ξέρει που πηγαίνουν οι μέρες, και αν θα τις ήθελες ποτέ πίσω.

Kapitel IV: Der Fluch

Όπου κι αν πάω, λέει, η Ελλάδα με πληγώνει. Χα, και ποιος είμαι εγώ να αμφισβητήσω το Σεφέρη, έτσι; Το ταξίδι ανοίγει το μυαλό, μόνο αν είσαι διατεθειμμένος να το αερίσεις. Αλλιώς, το κρυώνεις.
Ακούω στόματα να μιλάνε, λένε για την κατάσταση στην πατρίδα μας, πόσο πληθυσμό έχουμε, πόσοι αλλοδαποί και πόσοι γηγενείς. Ναι, Έλληνα, γηγενή αυτόχθονα, απόγονε του Λεωνίδα, του Περικλή και του Ευρυπίδη, πόσο Έλληνας είσαι μετά από 400 χρόνια πρόσμειξης;
Οι αλλοδαποί, λένε οι φωνές γύρω μου, φταίνε. Αν σε πιάσουν, λέει, να τους πηγαίνεις κούρσα με το ταξί και δεν έχουν χαρτιά, σου το κατάσχουν. Μας παίρνουν και τις δουλειές. Έρχονται, λέει, με τα καϊκια, δε ρωτάνε και κανέναν, μα δεν έχουμε κράτος.
Φαντάζομαι, βέβαια, θα είσαι πολύ περήφανος για τους προγόνους σου, μετανάστες στη Γερμανία ή στις ΗΠΑ, που τα κατάφεραν μέσα από τόσες αντιξοότητες να επιβιώσουν. Αν και δε νομίζω ότι κι εκείνοι ρώτησαν κανέναν για να πάνε εκεί πέρα. Το φιλότιμο, λέει, είναι ελληνική λέξη και μόνο.
Κάποτε, το ίδιο ίσχυε και για τη λέξη "πολιτισμός".
Κάποτε.

Kapitel V: Die Sohne Von Satan

Οι δρόμοι με φέρνουν σε ένα μεσαιωνικό μοναστήρι. Στο ναό της μονής, βρίσκεται σε εξέλιξη η λειτουργία. Η κατάνυξη, περισσή. Των υπολοίπων. Έχω ένα πρόβλημα με αυτά τα μέρη, δεν ξέρω πώς το παθαίνω. Μου γεννούν μνήμες εποχών και καταστάσεων που δεν έχω ζήσει. Γύρω μου αγάλματα αγίων, παναγίων, ούτε και ξέρω πως τα λένε σε αυτην εδώ τη θρησκεία. Κι από κάτω τους, το χώμα. Το χώμα που κάποτε το πότισαν με το αίμα παιδιών, ανδρών και γυναικών που ζούσαν εδώ, και που δεν πείστηκαν έτσι εύκολα να αλλάξουν τους θεούς τους για χάρη του γιου του ξυλουργού που περπατούσε στο νερό. Γύρω μου τοίχοι, σταυροί, που χτίστηκαν πάνω από εκατόμβες αντιφρονούντων. Κάποτε ο θεός τους με το διάβολο τους έγιναν ένα, σαν σετάκι που λέει κι ένας σοφός κωμικός, χωρίς ποτέ να καταλάβουν το πώς. Κάποτε δίδαξαν στην Ευρώπη το λόγο του θεού με το τραγούδι των λεπίδων και τις συμφωνίες του αίματος. Κάποτε οι διωγμένοι έγιναν διώκτες, πιο απάνθρωποι και πιο ανελέητοι από τους αρχικούς. Οι γιοι του σατανά αντιπροσώπευσαν το θεό, κι έμελλε να μείνει έτσι εσαεί. Ιδού, το κήρυγμα της αγάπης και της κατανόησης.

Kapitel VI: Ruckkehr

Μεσάνυχτα πάνω από τον τόπο της φυγής. Δεν θα είμαι ποτέ πια ίδιος, το ξέρω. Το αεροπλάνο πατάει έδαφος. Touchdown.
Μεσάνυχτα στον τόπο της φυγής. Δεν έχει σημασία αν αναχωρείς ή γυρίζεις, η φυγή δεν έχει κατεύθυνση. Φώτα, δρόμοι, πόλη, όλα είναι όπως τα άφησα. Or are they?
So, there is no place like home?
Hell no. Home is where the heart is.

Saturday, May 3, 2008

Άνθρωπος της πόλης



Ο ουρανός ήταν στάσιμος καρφωμένος από το στρογγυλό φεγγάρι.Η θάλασσα όμως από κάτω συνέχιζε να κάνει το ίδιο πράγμα.Είσαι ακόμα ένας άνθρωπος της πόλης, που μόλις ένιωσες την φύση να σε πλησιάζει τρόμαξες από την απλή ομορφιά.Συνήθισες να σου ορίζει άλλος την μοίρα.Γεννήθηκες σε ένα κλουβί που σου ανοίγουν την πόρτα που και που να πάρεις μία γεύση ζωής και στην ξανακλείνουν βίαια ρίχνοντάς σαι στο γκρίζο όνειρο τους.

Μπήκες μέσα στον πίνακα που ήταν κρεμασμένος απέναντι σου, ίσως να ένιωσες λίγη από την ηδονή του ζωγράφου.'Υστερα έπεσες απ' το μπαλκόνι και φυτεύτηκες βαθιά μέσα στην άσφαλτο σαν σπόρος που βρήκε αγκαλιά.Στο τέλος την άραξες στην πιο ψηλή ταράτσα και μπήκες λαθραία στα σπίτια όλων.