Thursday, December 4, 2008

Έσοπτρον



10-1-2006

Μια μύγα βουίζει γύρω από τα αυτιά μου όσο κοιμάμαι τις τελευταίες τρεις ώρες, δεν ξέρω αν το έχεις πάθει ποτέ αλλά ακόμα κι αν όχι, στο λέω εγώ. Σηκώνεσαι έτοιμος να δείρεις δυο ΟΥΚ-άδες μέχρι να σε παρακαλάνε για να φύγουν-τόσα νεύρα και λίγα ακόμα. Θέλεις να γαμήσεις το δωμάτιο με ένα καλάζνικοφ για να πετύχεις τη μύγα, σηκώνομαι τελικά και πιάνω να ξεκαρδίζομαι. Γιατί μια ζωή μου φαίνεται πως κυνηγάω όλων των ειδών τις μύγες με όλων των ειδών τα πολυβόλα. Τι ώρα είναι;

«Γιατί, έχεις ραντεβού;»

«Βρε, αϊ γαμήσου, σ’εσένα μίλησα;»


Ήρεμα αζόρ.


Ένα μυστήριο σκότος γεμίζει το κελί, ωραίο κελί όμως δεν παραπονιέμαι, καμιά πενηνταριά τετραγωνικά πλήρους ακαταστασίας, την έχω κληρονομική τη φτιάξη από τον πατέρα μου όσον αφορά το σπίτι και από τον κόσμο όσον αφορά το κεφάλι μου. Κοιμήθηκα πρωί και λίγο, άρα τώρα πρέπει να είναι μεσημέρι. Κοιτάζω το μπαντζούρι (με μπ φυσικά) και είναι κλειστό, ε τόσο ηλίθιος δεν το περίμενα. Πάντα έτσι ήμουν όταν ξυπνούσα; Όχι βέβαια, κάποτε ξυπνούσα χωρίς το “South Of No North” πάνω στα μούτρα, χωρίς στομάχι-καντηλίτσα, χωρίς λύσσα για καφέ αλλά με λύσσα για ζωή, χωρίς να ξέρω καν τι είναι. Ίσως γι’αυτό.


«Κινήσου αργά.»

«Γιατί;»

«Άκου που σου λέω ρε μαλάκα.»


Σηκώνομαι στα πόδια μου και μοιάζουν ξεβιδωμένα, τότε συναντιόμαστε πρώτη φορά σήμερα. Ο πόνος, σαν να βυθίζομαι μέχρι τον αστράγαλο στον πάτο της αλυκής με τις σκουριασμένες λάμες-και το αλάτι παντού. Καλύτερο κι από καφέ, ξαφνικά (νομίζω πως) έχω πλήρη συνείδηση. Και ένα μεγαλοπρεπές διάστρεμμα στο δεξί μου πόδι, δεν πατιέται καθόλου. Κουτσαίνω μέχρι το σαλόνι, σου είπα είναι ωραίο το κελί μου. Έχει έναν καναπέ που κάθομαι σπάνια κι ένα γραφείο που κάθομαι μονίμως οπότε σήμερα, κουτσός, φτωχός και καταφρονεμένος πρέπει να σωριαστώ σε μια γωνιά και να πατήσω το fast forward.

Περίπου όπως το πάτησα για πέντε χρόνια και τώρα, τρέχοντας να τα προλάβω, σκόνταψα και γαμήθηκα.


Αντί για το fast forward, τελικά πατάω το play, με εμπιστεύομαι μια ολιά ότι κάτι καλό έχω αφήσει μέσα στο stereo. Psychotic Waltz, τελικά υπάρχει ελπίδα. Lay your small ante down λοιπόν. Παρέα σήμερα δεν υπάρχει, δεν ξέρω ούτως ή άλλως αν υπάρχει γενικά, καναδυό παλικάρια εδώ πέρα μοιάζουν ωραίοι τύποι αλλά είμαι εγώ ο περίεργος, και τρεις-τέσσερις εκεί πίσω ξέρω πως είναι εντάξει αλλά δεν είναι εδώ. Κι όταν ήμουν εγώ εκεί, ήμουν πιο μαλάκας από τώρα, έβλεπα τα φίδια και τα νόμιζα για σκυλιά σαν και τα μούτρα μου. Και κάπως έτσι φτάσαμε ως εδώ, κουτσοί και αβοήθητοι σε ένα ξένο σπίτι. Δε φύτρωσα φοιτητής δηλαδή, κάποτε πήγαινα σχολείο σαν καλό μαθητούδι, είχα μπλέξει με τις μουσικές μου, διάβαζα να μπω Πολυτεχνείο. Και την κρίσιμη στιγμή, ρεβάνς από μια εφηβεία δημοσίου υπαλλήλου, τα γάμησα όλα σε μια στροφή, ωραία στροφή που τη ζαχάρωνα από μικρός αλλά δεν ήταν για τα χέρια μου. Είπα με παίρνει με μια γεμάτη τρίτη και μπήκα με πολλά, πέταξε η ζωή κώλο κι ήρθα με τις πάντες, μόνο που δεν ήξερα να οδηγώ για να το μαζέψω. Και τετακάρισα. Μετά, μεγάλη ιστορία, ήρθαν οι δικοί μου και με μαζέψανε, πήγα καλίμπρα, τροπέτο, τελευταία στιγμή είπα να το κρατήσω και να μην το δώσω για απόσυρση. Εκείνο το καλοκαίρι του διαβόλου που μπαινόβγαινα στα συνεργεία, ούτε στον εχθρό μου ή μάλλον μόνο σε αυτόν-αν είχα.


Φτιάχνω έναν καφέ που ξέρω πως θα μου βγει σε κακό αλλά όπως και να’χει έχω σφυρίξει ήδη ενδοσκόπηση. Ξέρεις, μπαίνει το λούκι με την κάμερα από τον οισοφάγο αλλά είναι άκαμπτο σα σιδερόβεργα, και πονάει. Το “A Social Grace” έχει ήδη φτάσει στο μαγικό αριθμό 6, κατάλαβες τώρα; Θυμάμαι τον πόλεμο, τις σπουδαίες, παλιές μέρες. Και τους πολεμικούς ύμνους που τραγουδούσαν καθώς πέθαιναν στο κρύο. Θυμάμαι τους καλούς ανθρώπους που αγόρασαν και πούλησαν, για μια δεκάρα.

Μετά από τόσο καιρό, δεν μπορούμε να αλλάξουμε γνώμη; Πρέπει να παίξουμε όλοι για να χάσουμε;


Το κελί λούζεται με φως, όχι γαλάζιο, σκούρο μπλέ, μουντό φως, κι εγώ κοιτάζω μέσα από θαμπά μάτια ακανόνιστα σχέδια που μου τα βάφτισαν πραγματικότητα. Το κρύο είναι απίστευτο και μουδιάζω-ευτυχώς. Σωματικά μόνο-δυστυχώς. Μπορείς να δεις καθαρά τώρα, να μετανιώσεις με την ησυχία σου, είναι η σειρά σου να κοιτάξεις στο μπανιστήρι της ζωής, ανάποδα όμως τώρα πια. Νιώθω σαν έπιπλο εδώ μέσα, ξύλινος και ξένος, νιώθω σαν ξένος εδώ κάτω, από αυτούς που βλέπουν τους ανθρώπους παράξενους. Κι είναι παράξενοι γιατί εγώ δεν θρώσκω άνω, αλλά έσω, και ψάχνω απαντήση, και ψάχνω λύση, και ψάχνω να μου κατεβάσω μοτέρ-καπάκι να με κάνω 400 άλογα, να προλάβω αυτά που δεν έκανα, να αφήσω πίσω σπινιάροντας αυτά που έχασα, να τρέξω, να τρέξω μέχρι να μη βλέπω τίποτα καθαρά κι όλα να μοιάζουν άξια λύσσας για ζωή, όπως τότε. Πότε; Ακανόνιστα, τότε. Πριν.


Κουτσαίνω προς το παράθυρο, έχει σκοτεινιάσει και έξω. Ακόμα κι αν μπορούσα να περπατήσω νομίζω πως δε θα πήγαινα πουθενά, γιατί έχω ισόβια συνδρομή στο μαζοχιστήριο της γειτονιάς, επίτιμος κι έτσι. Αλλάζω CD, που να τρέχεις μωρέ τώρα; Η πόρτα είναι ανοιχτή κι η φυλακή παντού.

0 σχολια: