Tuesday, May 6, 2008

Reise, Reise: Gedanken


Kapitel I: Die Flucht

Καταμεσήμερο στον τόπο της φυγής. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν, ας ήξερα μόνο τι σκέφτονται...Τι είναι η φυγή τους, λύτρωση, λύπηση, ανάγκη, μαρτύριο; Είναι το ταξίδι μέσα τους, ή απλά το σώμα τους αλλάζει μέρος όπου σαπίζει αργά, απρόθυμο να ΦΥΓΕΙ πραγματικά, να ζήσει, να καεί σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά;
Καταμεσήμερο στον τόπο της φυγής. Η φυγή είναι μία, δεν συζητιέται, δεν ερμηνεύεται, δεν εξηγείται.
Μόνο βιώνεται.

Kapitel II: Blitzliebe

Κάτι είναι στον αέρα, δεν ξέρω αν φταίει το φευγιό, δεν ξέρω αν φταίει τούτη η πόλη ή η άλλη που ώρες ώρες με πνίγει αδυσώπητα. Κάτι είναι στον αέρα και με κάνει να ξυπνάω αδιαμαρτύρητα από τα χαράματα, και περπατάω ώρες ατελείωτες μέσα σε άγνωστους δρόμους χωρίς να νιώθω κούραση στο σώμα, και διψάω να μάθω, να μιλήσω, να χαθώ. Να σωθώ. Να πάρω όποιο μετρό βρω και να κατέβω όπου μου αρέσει το όνομα του σταθμού, σε μια γλώσσα που δε γνωρίζω. Εδώ δε με ξέρει κανένας, ό,τι και να κάνω, ό,τι και να πω, όπου και να βρεθώ.

Kapitel III: Stadte In Stein

Χάθηκα σε αυτούς τους δρόμους, ένας επιβάτης ξένης γλώσσας. Ο ήλιος δύει στην ίδια γλώσσα, και ανατέλλει πάλι ο ίδιος.
Δεν υπήρξε μεγάλο σχέδιο για να φτάσω σε αυτό το σημείο. Ούτε απόλυτες, δεδομένες αλήθειες. Δεν μας χάραξαν σε πέτρα.
Έστειλε τον ήλιο να με γιατρέψει.
Έστειλε το φεγγάρι να με οδηγήσει.
Κι όταν οι λέξεις με πρόδωσαν, έτσι, ξάπλωσε πλάι μου.
Μερικές φορές φτάνω να σκέφτομαι το παρελθόν, όταν έχω πιεί ένα ή δυό ποτήρια.
Ποιος ξέρει που πηγαίνουν οι μέρες, και αν θα τις ήθελες ποτέ πίσω.

Kapitel IV: Der Fluch

Όπου κι αν πάω, λέει, η Ελλάδα με πληγώνει. Χα, και ποιος είμαι εγώ να αμφισβητήσω το Σεφέρη, έτσι; Το ταξίδι ανοίγει το μυαλό, μόνο αν είσαι διατεθειμμένος να το αερίσεις. Αλλιώς, το κρυώνεις.
Ακούω στόματα να μιλάνε, λένε για την κατάσταση στην πατρίδα μας, πόσο πληθυσμό έχουμε, πόσοι αλλοδαποί και πόσοι γηγενείς. Ναι, Έλληνα, γηγενή αυτόχθονα, απόγονε του Λεωνίδα, του Περικλή και του Ευρυπίδη, πόσο Έλληνας είσαι μετά από 400 χρόνια πρόσμειξης;
Οι αλλοδαποί, λένε οι φωνές γύρω μου, φταίνε. Αν σε πιάσουν, λέει, να τους πηγαίνεις κούρσα με το ταξί και δεν έχουν χαρτιά, σου το κατάσχουν. Μας παίρνουν και τις δουλειές. Έρχονται, λέει, με τα καϊκια, δε ρωτάνε και κανέναν, μα δεν έχουμε κράτος.
Φαντάζομαι, βέβαια, θα είσαι πολύ περήφανος για τους προγόνους σου, μετανάστες στη Γερμανία ή στις ΗΠΑ, που τα κατάφεραν μέσα από τόσες αντιξοότητες να επιβιώσουν. Αν και δε νομίζω ότι κι εκείνοι ρώτησαν κανέναν για να πάνε εκεί πέρα. Το φιλότιμο, λέει, είναι ελληνική λέξη και μόνο.
Κάποτε, το ίδιο ίσχυε και για τη λέξη "πολιτισμός".
Κάποτε.

Kapitel V: Die Sohne Von Satan

Οι δρόμοι με φέρνουν σε ένα μεσαιωνικό μοναστήρι. Στο ναό της μονής, βρίσκεται σε εξέλιξη η λειτουργία. Η κατάνυξη, περισσή. Των υπολοίπων. Έχω ένα πρόβλημα με αυτά τα μέρη, δεν ξέρω πώς το παθαίνω. Μου γεννούν μνήμες εποχών και καταστάσεων που δεν έχω ζήσει. Γύρω μου αγάλματα αγίων, παναγίων, ούτε και ξέρω πως τα λένε σε αυτην εδώ τη θρησκεία. Κι από κάτω τους, το χώμα. Το χώμα που κάποτε το πότισαν με το αίμα παιδιών, ανδρών και γυναικών που ζούσαν εδώ, και που δεν πείστηκαν έτσι εύκολα να αλλάξουν τους θεούς τους για χάρη του γιου του ξυλουργού που περπατούσε στο νερό. Γύρω μου τοίχοι, σταυροί, που χτίστηκαν πάνω από εκατόμβες αντιφρονούντων. Κάποτε ο θεός τους με το διάβολο τους έγιναν ένα, σαν σετάκι που λέει κι ένας σοφός κωμικός, χωρίς ποτέ να καταλάβουν το πώς. Κάποτε δίδαξαν στην Ευρώπη το λόγο του θεού με το τραγούδι των λεπίδων και τις συμφωνίες του αίματος. Κάποτε οι διωγμένοι έγιναν διώκτες, πιο απάνθρωποι και πιο ανελέητοι από τους αρχικούς. Οι γιοι του σατανά αντιπροσώπευσαν το θεό, κι έμελλε να μείνει έτσι εσαεί. Ιδού, το κήρυγμα της αγάπης και της κατανόησης.

Kapitel VI: Ruckkehr

Μεσάνυχτα πάνω από τον τόπο της φυγής. Δεν θα είμαι ποτέ πια ίδιος, το ξέρω. Το αεροπλάνο πατάει έδαφος. Touchdown.
Μεσάνυχτα στον τόπο της φυγής. Δεν έχει σημασία αν αναχωρείς ή γυρίζεις, η φυγή δεν έχει κατεύθυνση. Φώτα, δρόμοι, πόλη, όλα είναι όπως τα άφησα. Or are they?
So, there is no place like home?
Hell no. Home is where the heart is.