Wednesday, June 20, 2012

Buzzerbeater

Ανακατεύω τον ξεραμένο αφρό του φραπέ και σκέφτομαι ότι πρέπει να διαβάσω - τελευταίο μάθημα ρε τεμπέλη! Κι ακόμα κι έτσι, πρέπει κάτι να γράψω να μου φύγει η διάθεση να ανακατεύω ξεραμένα κατακάθια. Και μετά βλέπουμε. Εντάξει, θα διαβάσω. Αλλά μετά.

Πριν μερικούς μήνες έγινα 24 και άκουσα πολλούς να γελάνε καλόκαρδα απέναντι σε αυτά που τους έλεγα. Δεν τους φανήκανε αρκετά πολλά τα χρόνια, αλλά με βρήκανε μεγάλο και για φοιτητή πια, δεν ήμουνα πια και τόσο γέρος για να είμαι αποκαρδιωμένος αλλά ούτε και αρκετά μικρός για να είμαι ρεμπεσκές - βρε δε γαμιέστε να ασπρίσετε όλοι; Και άκου τι έγινε μετά.

Μετά γίνανε εκλογές.

Κακογαμήθηκε ο Δίας λοιπόν και το πολιτικό σκηνικό ήρθε τούμπα. Τούμπα λίμπρε, μισό ξινή ρετσίνα και μισό γλυκερή κόκα-κόλα - κι εμείς στριμωγμένοι στη μέση. Εμείς φύσει και θέσει αριστεροί, να τα λέμε με το όνομα τους, ναι; Ψηθήκαμε λοιπόν. Για κάποιον όχι και τόσο ανεξήγητο τελικά λόγο η αριστερά έδειξε ρεύμα. Ο μεν ελιτισμός μας δε μας άφησε κι έτσι ποτέ δεν πειστήκαμε ότι οι "εμείς" γίναμε πάνω από το 5-10% του πληθυσμού βαριά βαριά, αλλά είπαμε, "θα συνεργαστώ και με το διάβολο", αν είναι μια φορά να βγει η χοντρή να τραγουδήσει και να το 'χω κολλήσει εγώ το τρίποντο και να κυλιέμαι στο παρκέ. Μια φορά ρε φίλε - κι ας ξέραμε ότι μετά όχι λεφτά για φιέστα δεν έχουμε, αλλά μπορεί να γυρίζαμε και την κούπα πίσω. Ακόμα κι έτσι, είπαμε δε γαμιέται και μπουκάραμε, αλαλάζανε τα πλήθη, το γήπεδο γέμιζε! Πατικωνόταν πες καλύτερα, το ματς πήγαινε στον πόντο και το πιστέψαμε οι μαλάκες - αναποφάσιστοι γαρ, μεταξύ απογοήτευσης και ρομαντισμού, ξαναδιαλέξαμε το δύσκολο. Ίδιον δικό μας αυτό - άστο τώρα.

Μετά το κακογάμημα ήρθε η όμορφη αγκαλίτσα στο τέλος. Ο αντίπαλος ψηλός μπουκώθηκε τα αναβολικά του και ανέβηκε, εν είδει απάνθρωπης πυραμίδας, πάνω στους ώμους των συμπαικτών του, του φύτρωσαν τρία χέρια ακόμα και τάπα, το τελευταίο τρίποντο δεν έφτασε ποτέ στο στεφάνι - δεν έφτασε καν τόσο κοντά για να κάνουμε μανούρα ότι μας το κόψανε στην κάθοδο. Τίποτα από όλα αυτά. Ένα καθαρό και γεμάτο φυστίκι κι ήμασταν πάλι οι μαχητικοί χαμένοι με το κύρος που δίνει αξία (ποια αξία;) στον νικητή. Vae victis δηλαδή κι όλα τα άλλα χίπικες μαλακίες - άστο κι αυτό.

Και τελικά γύρισα εκεί που ήμουν στα γενέθλια μου πριν μερικούς μήνες. Τα χρόνια γίνανε λίγο περισσότερα ακόμα και η θηλειά γύρω από το λαιμό έσφιξε λίγο παραπάνω. Οι άλλοι πάντα λέγανε ότι σουτάρω καλά, μη μασάς ρε μαλάκα, κάποια στιγμή θα μπει, βάρα. Οι άλλοι ακόμα λένε, σουτάρεις καλά, τώρα ξέρεις και τις άμυνες, είσαι έμπειρος πια, ρίχτους στα αυτιά τσολιά μου! Θα τους γαμήσουμε, όλα τώρα αρχίζουν, αν όχι εμείς τότε ποιοι - ιδέα δεν έχω. Εγώ πάντως βαρέθηκα να σουτάρω στο βρόντο. Κατάλαβες τώρα τι έγινε; Πήγα να γράψω πέντε μαλακίες περί εκλογών και πολιτικής και το γύρισα πάλι στο τσάμικο - γιατί ρε φίλε να ξεβρακωνόμαστε έτσι πάντα; Ονειροπόλοι και ρομαντικοί ή απογοητευμένοι και μίζεροι, και οι άλλοι να ξινίζουν τα μούτρα τους είτε έτσι είτε αλλιώς; Για να αλλάξεις τον κόσμο πρέπει πρώτα να αλλάξεις τον εαυτό σου - και μετά;
Μετά έρχονται τα 24, η εποχή που καταλαβαίνεις πως ό,τι στραβό άλλαξες, επίπονα, σε σένα τον ίδιο δεν έγινε καν αντιληπτό από τον κόσμο. Κι αν δεν μπήκε το σουτάκι με όλο το γήπεδο να κοχλάζει πίσω σου, μπορεί να μπει σε χίλιες άδειες προπονήσεις - αλλά ποιο το νόημα; Να ψηθείς ότι είσαι καλός για να ξανάρθεις και να σε ρημάξουμε, αυτό είναι το νόημα, πες το.

Οπότε;

Οπότε ψάχνεις το default setting για να δεις που σε άφησες και πώς θα σε ξαναβρεις, να δεις μήπως αντέχεις ακόμα να φτιάξεις μερικά καινούρια παραμύθια - παραμύθια δηλαδή, δεν είναι καινούρια, όλα διαβασμένα τα 'χεις ρε Μουστάκια! Κάποιους διαφορετικούς μύθους τέλος πάντων μήπως γεμίσουν τα κενά ή κανένα φρέσκο μουτράκι να μπει πάνω στο καλούπι της Βέρας, ξέρω γω; Δεν πρόκειται να πεθάνουμε στα 30 - τουλάχιστον οι περισσότεροι και πρέπει να μάθουμε τι γίνεται από δω και πέρα. Να μάθουμε αυτό που ήδη ξέρουμε εννοώ. Στο τέλος θα μας τα τσακίσουν τα παραμύθια ή θα τα ξεσκίσουμε μόνοι μας και πάλι από την αρχή. Κάθε φορά με λίγο χειρότερες και πιο άγαρμπες ιστορίες, λίγο λιγότεροι, λίγο λιγότερο φοβισμένοι. Τουλάχιστον να ξέρουμε ποιοι είμαστε εμείς και ποιοι είναι οι άλλοι ρε φίλε - δεν είμαστε εμείς το 27%. Να μετρηθούμε αγόρια, δε θα συνεργαστούμε με κανέναν διάβολο αφού εμείς οι ίδιοι είμαστε ο διάβολος σας! Να μετρηθούμε επειγόντως, ποιοι θα πηγαίνουν στις ομάδες που έχουν φόντα να κερδίσουν και θα διαπραγματεύονται τα συμβόλαια τους και ποιοι θα μένουν πίσω να χάνουν χωρίς να διαπραγματεύονται το παραμικρό. Να μετρηθούμε ρε μαλάκες - δε θα πεθάνουμε στα 30, πέστε μας επιτέλους ότι πεθάναμε ήδη!


Monday, March 5, 2012

While It Lasts

Τα φώτα της πόλης μοιάζουν με αστέρια όσο το αεροπλάνο στροφάρει στον ουρανό. Αστέρια από κάτω και αστέρια από πάνω και αστέρια που λάμπουν με τα βλέμματα, περιοδικά, αναπάντεχα, κι όμως αναμφίβολα. Σε τροχιά γύρω από τα μάτια σου, για όσο διαρκεί ένα setlist συναυλίας - και λίγο ακόμα από τόσο. Σε τροχιά γύρω από το ονείρεμα, για όσο διαρκούν όλες μου οι αναπνοές - και ίσως και όταν θα έχουν πια λήξει, που να ξέρω γαμώτο;

Μάτια καρφωμένα στο backdrop της σκηνής και μάτια σκορπισμένα μέσα σε ωχρές φάτσες, τα μάτια μας να συναντιούνται σαν φάροι μέσα στην πιο σκοτεινή και αγριεμένη θάλασσα, τα μάτια σου να κουβαλάνε σηκωτή τη ζωή μου, όλη τη διαδρομή από το θάνατο και πίσω, τα μάτια μου να κλείνουν, είναι νύχτα και πετάμε πάνω από την πόλη, πλησιάζουμε στον αεροδιάδρομο, μην αφήσεις τις ρόδες να πατήσουν γαμώτο, μη μ'αφήνεις γαμώτο, μη μ'αφήνεις να αποφασίσω εγώ γαμώτο, δεν είμαι για τέτοια γαμώτο, πάρ'το πάνω σου, εγώ δεν ξέρω τίποτα, πάρε το πηδάλιο και κάρφωσε μας πάνω στον ουρανό σε αέναο stall, άσε μας εκεί ψηλά να πέσουμε έτσι όπως κοιταζόμαστε, το αεροπλάνο αγγίζει την άσφαλτο κι εγώ ανοίγω τα μάτια ακριβώς πάνω στο κρεσέντο που κάνει η πιο ψηλή αψίδα του τέλους.

Κι εσύ είσαι ακόμα εκεί. Πραγματική δεν ξέρω -αληθινή είσαι, σίγουρα, όπως σε βλέπω και με βλέπεις δηλαδή.

Θυμάμαι στα μάτια σου τα φώτα της σκηνής να κρύβονται, ντροπιασμένα, πάλι στο βάθος πίσω από το drumkit, θυμάμαι στα μάτια σου το φόβο μου - δεν είχαν τελειώσει τότε όλα αυτά; Τότε που είχαν τελειώσει όλα τα άλλα, και οι πλάκες χορταριάζανε κι εμείς χάσκαμε τα στόματα ξοφλημένοι, νόμιζα, δεν είχες παραιτηθεί κι εσύ; Θυμάμαι στα μάτια σου το φόβο μου - δεν μπορεί να ζω ακόμα γαμώτο μετά από τόσες κηδείες, ποια είσαι εσύ πάλι, τι θέλεις να αποφασίσεις για μένα, τι θέλεις να μου πεις κι εγώ δεν κάθομαι να ακούσω; Δεν έχω δίκιο που σε φοβάμαι, αυτό θες να μου πεις; Ξέρω. Αυτό είναι που δε θέλω να ξαναμάθω. Ότι ποτέ δεν είχα δίκιο - γιατί τώρα;

Θυμάμαι στα μάτια σου τα βήματα μου να μη βγάζουν ήχο, το τζάμι να μη θολώνει από την ανάσα μου, τα γόνατα μου να τρέμουν και τη μέση μου να θέλει να τσακίσει σαν καλάμι, θυμάμαι στα μάτια σου τις φλόγες πίσω από τα βουνά, μη φοβάσαι ρε κορόιδο, έλα δω ρε κορόιδο, θέλεις να μου πεις πολλά, έχεις τραγούδια για μένα φυλαγμένα, γιατί σ'αφήνω να φύγεις έτσι; - θυμάμαι τα μάτια σου στην άδεια λεωφόρο, τελευταία ευκαιρία - τελευταία; - φεύγω στ'αλήθεια τώρα, με ένα αυτοκίνητο πράσινο όσο και κίτρινο από το φόβο του κι αυτό - πού σε πάει; - έτσι τα έκανες και τώρα απλά θα βάλεις μπροστά και θα πας σπίτι; - ακούω ιδέες, κάνε με να μη φύγω - φοβάμαι να μείνεις και τρέμω να σε δω να φεύγεις - για όσο διαρκεί είμαστε μόνο οι δυο μας ζωντανοί - είμαστε μόνο οι δυο μας - δυο ζευγάρια μάτια μέσα στη νύχτα - που θέλουν - και τρέμουν - και φοβούνται - μια μέρα θα 'ρθω - θα σε περιμένω γαμώτο - μια μέρα θα 'ρθω γαμώτο - θα σε περιμένω ρε μαλάκα, γαμώτο - σήμερα γαμώτο - σήμερα γαμώτο - σήμερα γαμώτο - μη με φοβάσαι ρε κορόιδο - μη φοβάσαι ρε κορόιδο

Τα φώτα της πόλης σαν αστέρια και το βλέμμα σου που πέρασε, με χάραξε σαν κομήτης μέσα στον νεκρό ουρανό κι έτσι πάλι χάθηκε. Για να με ξυπνήσει και μόνο - και μόνο; Για να πάψω να φοβάμαι και μόνο - και όχι μόνο; Για όσο διαρκεί -
για τώρα ή για όσο;

Saturday, October 8, 2011

and close as this


I might as well give you all there is,
I might as well take it all the way:
What's gone is forgotten, and anyway
Surely words alone could not wreck your day?
The cake's not worth the candle, so they say...

"Nothing ventured, nothing gained, no hard feelings..."
Other old clichés.

I've held back my feelings for so long
While clutching at straws in the caravan
I'll say what I must and take it like a man.
I've fixed my grin, I've raised a laugh,
And after the back's been broken by the waiting game...

"Mustn't grumble, can't complain, no hard feelings,"
Other old clichés.

Suddenly I see the scales falling from your eyes
This revelation surely comes as no surprise?
Well, what d'you want?
What d'you expect?
What do you say?

Can it really be so predictable?

Now all of the secrets are given away,
What words of forgiveness are there left to say?
Hold me now, don't let go,
Hold me, soon there comes a price I cannot pay,
I take the words back straight away:

"I'm so sorry, I didn't mean it,"
Beg forgiveness, beg and pray...
Blind self-pity,
Other old clichés.

Sunday, September 18, 2011

Ανορθόδοξα

Γυρίζω από τα βόρεια της πόλης, μια έκτακτη σεληνιακή συνεδρία μαζί με Puppet, διάλειμμα από...κάτι ασταδιάλα υποχρεώσεις του ξέρω γω, μην τα συζητάς τώρα. Μυρίζω τη βροχή εδώ και ώρα, στάλες πάνω στο κοντομάνικο μου, αναπνέω υγρασία ανακατεμένη με δροσιά-όχι από τη σάπια την καλοκαιρινή που σου 'ρχεται να ξεριζώσεις το δέρμα σου από τη σιχαμάρα. Λακούβες με νερό πάνω στο πεζοδρόμιο και μετά, χαλασμένοι υαλοκαθαριστήρες και θολή Κηφισίας. Μωσαϊκό από άσπρα και κόκκινα φωτάκια, απλά για να καταλαβαίνω πού πάω στο περίπου...ή πού δεν πάω στα σίγουρα. Και σκέφτομαι.

Bridges are for burning, as tables are for turning
And nothing that they offer could ever ease this yearning

Ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω τη δυναμωμένη βροχή να τρέξει πάνω στο μπράτσο μου, πάνω στην πόρτα, μέσα στο αυτοκίνητο. Γιατί; Γιατί έτσι. Έκανα πάντοτε τα πάντα με τρόπους ανορθόδοξους, ακόμα και για κάποια δικά μου δεδομένα. Έκανα κάποτε κάποια πράγματα επίτηδες λάθος, επίτηδες στραβά, επίτηδες διαφορετικά, ίσως για να δω μέχρι πού μπορώ να φτάσω, να πάω, να τραβηχτώ. Πήγαινα μέχρι εκεί που με έπαιρνε για να φχαριστιέμαι και μέχρι εκεί που δε με έπαιρνε για να μαθαίνω.

Better wounds than regrets, better doomed than suppressed
But we are not doomed just yet

Εμπλοκή λοιπόν στη συνηθισμένη διαδικασία. Μια βροχή που δε με μελαγχολεί, αλλά με ξεπλένει. Με ποτίζει. Κοιτάζω τη θολούρα της υγρασίας πάνω από τα φώτα του δρόμου και πού ξέρεις...όταν σπάμε τη σιωπή, και απαντούν με βία, θα χορέυουμε στα δεσμά μας και θα τραγουδάμε στη δίκη μας...Δώσε μου ένα πράγμα να ζήσω ή να πεθάνω γι'αυτό, ξέρω ήδη τι είναι, όμως γιατί έκανα σαν να μην το βλέπω τόσο καιρό; Γκαβώθηκα από διάφορους πόνους τόσο καιρό, σα ζώο στο κλουβί και γδερνόμουν πάνω στα κάγκελα χωρίς κανέναν λόγο. Έρημοι χωρίς αντικατοπτρισμούς, όνειρα σαν έρημοι...

...μέσα στις, χωρίς μάτια, κόγχες της νύχτας.

Δεν είμαι καν σίγουρος ότι λέω ακριβώς αυτό που σκέφτομαι και νιώθω, γιατί δε θέλω να πω ότι ελπίζω σε κάτι ή σε τίποτα, δε θέλω να πω ότι πιστεύω πάλι, ότι φοβάμαι, ότι νιώθω πάλι το οτιδήποτε και το παραμικρό. Γιατί υπάρχει μόνο ένας τρόπος να νιώθεις, αυτός που ζώνεσαι τα εκρηκτικά στη μέση και κρατάς το μαχαίρι στα δόντια, υπάρχουν μόνο οι παλιές μέρες, οι "όλα ή τίποτα" μέρες και δεν ξέρω αν αντέχω να πω στον εαυτό μου ότι γυρίσανε πάλι.

Ακόμα κι αν γκρεμίσανε τις πατρίδες της καρδιάς μας
Και κάνανε πλύση εγκεφάλου στις οικογένειες μας
Και δηλητηρίασαν τα πάθη μας
Και έπνιξαν κάθε ελπίδα από τις ψυχές μας
Επιβιώνουμε

Γιατί δεν ξέρω αν αντέχω αλλά καβλώνω δέκα ζωές μόνο και μόνο στην ιδέα-μου φαίνεται.

Μπορεί και να υπάρχει ο σωστός και ορθόδοξος τρόπος να νιώθεις, ο τρόπος που κάνεις και όλα τα υπόλοιπα πράγματα. Μπορεί και να μπορείς να νιώθεις σαν να περνάς έναν δρόμο, κοιτώντας κι απ'τις δυο μεριές ακόμα κι αν είναι μονόδρομος. Μπορεί και να μπορείς να νιώθεις σαν να οδηγείς ένα αυτοκίνητο, με αερόσακους, ζώνες ασφαλείας και πτυσσόμενη νοσοκόμα Α' βοηθειών. Μπορεί και να γίνεται κι έτσι, αλλά εγώ δεν ξέρω να το κάνω έτσι και άπαξ και ξαναβγείς από την πόρτα δεν υπάρχει γυρισμός.

Θέλοντας περισσότερα από όσα αυτός ο κόσμος μπορούσε να κρατήσει
Στη σκιά μιας ομορφιάς που δε θα μπορούσαμε ποτέ
ποτέ
ποτέ να έχουμε.

Ε δε γαμιέται.

Υπό τους ήχους των Catharsis, Requiem, Zegota και όλων των καλόπαιδων της Crimethinc. Πώς ξεχαστήκαμε τόσο καιρό;