I might as well give you all there is,
I might as well take it all the way:
What's gone is forgotten, and anyway
Surely words alone could not wreck your day?
The cake's not worth the candle, so they say...
"Nothing ventured, nothing gained, no hard feelings..."
Other old clichés.
I've held back my feelings for so long
While clutching at straws in the caravan
I'll say what I must and take it like a man.
I've fixed my grin, I've raised a laugh,
And after the back's been broken by the waiting game...
"Mustn't grumble, can't complain, no hard feelings,"
Other old clichés.
Suddenly I see the scales falling from your eyes
This revelation surely comes as no surprise?
Well, what d'you want?
What d'you expect?
What do you say?
Can it really be so predictable?
Now all of the secrets are given away,
What words of forgiveness are there left to say?
Hold me now, don't let go,
Hold me, soon there comes a price I cannot pay,
I take the words back straight away:
"I'm so sorry, I didn't mean it,"
Beg forgiveness, beg and pray...
Blind self-pity,
Other old clichés.
Saturday, October 8, 2011
and close as this
Sunday, September 18, 2011
Ανορθόδοξα
Γυρίζω από τα βόρεια της πόλης, μια έκτακτη σεληνιακή συνεδρία μαζί με Puppet, διάλειμμα από...κάτι ασταδιάλα υποχρεώσεις του ξέρω γω, μην τα συζητάς τώρα. Μυρίζω τη βροχή εδώ και ώρα, στάλες πάνω στο κοντομάνικο μου, αναπνέω υγρασία ανακατεμένη με δροσιά-όχι από τη σάπια την καλοκαιρινή που σου 'ρχεται να ξεριζώσεις το δέρμα σου από τη σιχαμάρα. Λακούβες με νερό πάνω στο πεζοδρόμιο και μετά, χαλασμένοι υαλοκαθαριστήρες και θολή Κηφισίας. Μωσαϊκό από άσπρα και κόκκινα φωτάκια, απλά για να καταλαβαίνω πού πάω στο περίπου...ή πού δεν πάω στα σίγουρα. Και σκέφτομαι.
Bridges are for burning, as tables are for turning
And nothing that they offer could ever ease this yearning
Ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω τη δυναμωμένη βροχή να τρέξει πάνω στο μπράτσο μου, πάνω στην πόρτα, μέσα στο αυτοκίνητο. Γιατί; Γιατί έτσι. Έκανα πάντοτε τα πάντα με τρόπους ανορθόδοξους, ακόμα και για κάποια δικά μου δεδομένα. Έκανα κάποτε κάποια πράγματα επίτηδες λάθος, επίτηδες στραβά, επίτηδες διαφορετικά, ίσως για να δω μέχρι πού μπορώ να φτάσω, να πάω, να τραβηχτώ. Πήγαινα μέχρι εκεί που με έπαιρνε για να φχαριστιέμαι και μέχρι εκεί που δε με έπαιρνε για να μαθαίνω.
Better wounds than regrets, better doomed than suppressed
But we are not doomed just yet
Εμπλοκή λοιπόν στη συνηθισμένη διαδικασία. Μια βροχή που δε με μελαγχολεί, αλλά με ξεπλένει. Με ποτίζει. Κοιτάζω τη θολούρα της υγρασίας πάνω από τα φώτα του δρόμου και πού ξέρεις...όταν σπάμε τη σιωπή, και απαντούν με βία, θα χορέυουμε στα δεσμά μας και θα τραγουδάμε στη δίκη μας...Δώσε μου ένα πράγμα να ζήσω ή να πεθάνω γι'αυτό, ξέρω ήδη τι είναι, όμως γιατί έκανα σαν να μην το βλέπω τόσο καιρό; Γκαβώθηκα από διάφορους πόνους τόσο καιρό, σα ζώο στο κλουβί και γδερνόμουν πάνω στα κάγκελα χωρίς κανέναν λόγο. Έρημοι χωρίς αντικατοπτρισμούς, όνειρα σαν έρημοι...
...μέσα στις, χωρίς μάτια, κόγχες της νύχτας.
Δεν είμαι καν σίγουρος ότι λέω ακριβώς αυτό που σκέφτομαι και νιώθω, γιατί δε θέλω να πω ότι ελπίζω σε κάτι ή σε τίποτα, δε θέλω να πω ότι πιστεύω πάλι, ότι φοβάμαι, ότι νιώθω πάλι το οτιδήποτε και το παραμικρό. Γιατί υπάρχει μόνο ένας τρόπος να νιώθεις, αυτός που ζώνεσαι τα εκρηκτικά στη μέση και κρατάς το μαχαίρι στα δόντια, υπάρχουν μόνο οι παλιές μέρες, οι "όλα ή τίποτα" μέρες και δεν ξέρω αν αντέχω να πω στον εαυτό μου ότι γυρίσανε πάλι.
Ακόμα κι αν γκρεμίσανε τις πατρίδες της καρδιάς μας
Και κάνανε πλύση εγκεφάλου στις οικογένειες μας
Και δηλητηρίασαν τα πάθη μας
Και έπνιξαν κάθε ελπίδα από τις ψυχές μας
Επιβιώνουμε
Γιατί δεν ξέρω αν αντέχω αλλά καβλώνω δέκα ζωές μόνο και μόνο στην ιδέα-μου φαίνεται.
Μπορεί και να υπάρχει ο σωστός και ορθόδοξος τρόπος να νιώθεις, ο τρόπος που κάνεις και όλα τα υπόλοιπα πράγματα. Μπορεί και να μπορείς να νιώθεις σαν να περνάς έναν δρόμο, κοιτώντας κι απ'τις δυο μεριές ακόμα κι αν είναι μονόδρομος. Μπορεί και να μπορείς να νιώθεις σαν να οδηγείς ένα αυτοκίνητο, με αερόσακους, ζώνες ασφαλείας και πτυσσόμενη νοσοκόμα Α' βοηθειών. Μπορεί και να γίνεται κι έτσι, αλλά εγώ δεν ξέρω να το κάνω έτσι και άπαξ και ξαναβγείς από την πόρτα δεν υπάρχει γυρισμός.
Θέλοντας περισσότερα από όσα αυτός ο κόσμος μπορούσε να κρατήσει
Στη σκιά μιας ομορφιάς που δε θα μπορούσαμε ποτέ
ποτέ
ποτέ να έχουμε.
Ε δε γαμιέται.
Υπό τους ήχους των Catharsis, Requiem, Zegota και όλων των καλόπαιδων της Crimethinc. Πώς ξεχαστήκαμε τόσο καιρό;
Saturday, August 27, 2011
Ο βαρόνος Μινχάουζεν και το ρολόι από σκόνη

Ποιος ξέρει να κάνει την αγάπη παντοτινή ρώτησε ο Τομ Ρόμπινς. Η κατάργηση της έννοιας του χρόνου τολμάω να απαντήσω εγώ. Άλλοι προσπαθούν να απλά να τον σταματήσουν επεμβαίνοντας στο σώμα τους. Αλλά για δοκιμάζουν κάτι τέτοιο σημαίνει πως έχουν αποδεχτεί πλήρως την έννοια του χρόνου και στην ουσία παραδοθήκανε ίσως λίγο πιο αργά από όσο έπρεπε.
Ο χρόνος είναι ένας κανόνας, είναι η τοποθέτηση δώδεκα γραμμών ίσης απόστασης πάνω σε κάτι κυκλικό ενίοτε και άλλου σχήματος αντικείμενο. Με τη βοήθεια των ρουφιάνων, πάντα εάν παρατηρήσετε η εφαρμογή ενός κανόνα απαιτεί τη δημιουργία ρουφιάνων. Το ρόλο αυτό έχουνε αναλάβει οι δείκτες και ομολογουμένως κάνουν καλή δουλειά.
Όταν είμαι μαζί σου το ρολόι γίνεται ένας μαγικός καθρέφτης με δώδεκα γραμμές κόκας και ο ωροδείκτης με το λεπτοδείκτη δύο πολύχρωμα καλαμάκια. Και όντως τότε η αγάπη, αυτή πολυχρησιμοποιημένη και κουρασμένη λέξη που την ακούς μόνο ως μέσο προπαγάνδας, όταν ο ένας ερωτευμένος προσπαθεί να τη χώσει με το ζόρι στο κεφάλι του άλλου. Μόνο τότε λοιπόν γίνεται παντοτινή. Τότε που γίνεσαι το μανιτάρι μου και το ταξίδι δεν έχει αρχή και τέλος, μόνο μέση, απέραντη συνεχόμενη υπέροχη μέση, με μικρά παζάρια που και που γεμάτα γλυκιές, πικρές και ψημένες σοκολάτες.
Και έτσι γίνεσαι το πρόβλημα στη λύση μου.
Και έτσι η ελευθερία μας ξεκινάει εκεί που τελειώνει των άλλων.
Δύο κοινότυπα τσιτάτα αντεστραμμένα, βγάζουν πιο πολύ νόημα, αυτά είναι τα κατάλοιπα του καμμένου προγραμματιστή.
Ο βαρόνος Μινχάουζεν ταξίδεψε στο φεγγάρι όπου οι κάτοικοί του μπορούσαν να διαχωρίσουν το κεφάλι από το σώμα τους. Απλά στριφογυρνούσε και άρχιζε να αιωρείται ελεύθερο πλέον από τους φυσικούς περιορισμούς. Πάντα ήθελα να γίνω κάτοικος φεγγαριού και εκείνες τις στιγμές που το κεφάλι μου θα πετάει μακρυά, ίσως να μην μπορώ να δω το εκνευριστικό στρογγυλό κόκκινο ρολόι σου με τον επαναλαμβανόμενο μονότονο ήχο βγαλμένο από την προσωπική μου κόλαση.
Tuesday, July 26, 2011
...με μια καρδιά τόσο βαριά, και με άκρα τόσο τρεμάμενα
Πάλι έξω είσαι ρε πούστη, γαμώ την ενδοσκόπηση σου;
Κεφάλαια κλείνουν, φλέβες καταρρέουν...Ο πιο δύσκολος χειμώνας τρέχει, μέσα στο κατακαλόκαιρο, σαν νερά ανάμεσα από τα δάχτυλα. Όσο κι αν έμαθα να τα κουκουλώνω, να βουλώνω το στόμα μου με μια παλάμη που έχει ζωγραφισμένο πάνω της ένα χαμόγελο, να μη γκρινιάζω, όσα κι αν έμαθα...Τίποτα δεν είναι ίδιο. Πια. Και το ξέρω πολύ καλά. Πια. Δειλά βήματα σε έναν απαίσιο κόσμο, φοβισμένες πατημασιές πάνω σε ένα φαρμακωμένο χώμα, κάθε μέρα ίδια με την προηγούμενη, κάθε βδομάδα πιο απαίσια κι από το ανάποδο όλων των ονείρων μας...με το βλέμμα στη βόμβα, και τα χέρια πάνω, στον ουρανό.
Ατελείωτα βλέμματα, ανονείρευτη ύπαρξη, σκιές από κάτωχρα χρώματα να τρέφουν τις παθήσεις μας.
Πριζωμένοι σε μια συνειδητή απραξία, οι οδύνες ταξιδεύουν σαν ραδιοκύματα στον ουρανό, σε ένα μοτίβο σύγχυσης, σε μια τοπολογία συστηματικά χαοτική, επώδυνη και τραχιά, κοφτερή και επικίνδυνη σε κάθε της απόληξη. Τα ρομάντζα μας κατάντησαν συνδρομικά, κατάλοιπα άλλων καιρών, άλλων στιγμών, κακές ρέπλικες της ξεφτίλας. Ξοφλήσανε. Μείναμε πίσω, επηρεασμένοι αργά καθώς το φως έγινε βίαιο.
Αν μπορείς να αγγίξεις τα αστέρια...μέσα στην ευχαρίστηση μιας γόνιμης καταστροφής...
Δε γίνονται πια αυτά τα πράγματα. Δεν είμαστε αρκετά καθαροί, δεν είμαστε αρκετά ηλίθιοι πια, δεν είμαστε αρκετά εμείς για να γίνουν πια όλα αυτά. Ξεχειλισμένοι σύνδρομα και όξινα στομαχικά υγρά, τα γιασεμιά μαράθηκαν και μείναν μόνο οι εμετοί. Προσπαθώντας ίσως να καταλάβουμε τα πάντα, γιατί; Πού κάναμε λάθος ρε φίλε; Γιατί όλα τρέχουνε μπροστά; Γιατί τίποτα δε μας περίμενε, κι ούτε κανείς ποτέ ρώτησε "αντέχεις να τρέξεις κι εσύ ρε μαλάκα;", γιατί ξεμείναμε έτσι, γιατί οι μόνοι άνθρωποι που μπορούσαν να με κάνουν καλά έπρεπε να φύγουν τόσο μακριά;
Γιατί το γαμημένο το Ιξτλάν είναι πάντα τόσο μακριά; Πού στο διάολο είστε γαμώτο μου...;
Περπατάω το μονοπάτι μου προς το τέλος του καλοκαιριού. Ποιου καλοκαιριού δηλαδή...Δε γίνονται πια αυτά τα πράγματα.
Κολασμένη δύναμη, άνοιξε διάπλατα και αποφάσισε που στέκει ο άνθρωπος.
Για να κάνουμε την καρδιά μας ολόκληρη...και να δούμε τα σύνδρομα να πέφτουν.
Δε γίνονται πια αυτά τα πράγματα όμως. Ζήσε λοιπόν έτσι τώρα, με κάθε πιθανό νόσημα που δημιούργησε το νοσηρό, ενήλικο κεφάλι σου. Και μην ξεχάσω, πάλι...
Welcome to heartbreak.